Περί Διαδρομών

diaΟ σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους, λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές του καιρού μας...Περισσότερα

Περί Στόχων

  Δεν σκοπεύουμε να γίνουμε άλλος ένας πολιτιστικός σύλλογος, αλλά ένας άλλος πολιτιστικός σύλλογος. Θέλουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες στις πολιτιστικές δράσεις. Να βρούμε πώς μπορούν να ενταχθούν και να λειτουργήσουν, τόσο στον τρόπο δράσης, όσο και στην εσωτερική οργάνωση και συμμετοχή των μελών..Περισσότερα

08 Απριλίου 2009

Εκδήλωση για τον ποιητή Χάρη Μιχαλόπουλο

Εκδήλωση για τον ποιητή Χάρη Μιχαλόπουλο
titleΗ Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας και ο Πολιτιστικός Σύλλογος "Διαδρομές" παρουσιάζουν την ποιητική συλλογή του Χάρη Μιχαλόπουλου

Πιο Νύχτα

(Εκδ. Μανδραγόρας)

Ομιλητές:
Αλέξανδρος Αραμπατζής
, ποιητής και
Ελένη Γαραντούδη, φιλόλογος

  • Λογοτεχνικό Βιογραφικό του ποιητή

 titleΟ Χάρης Μιχαλόπουλος γεννήθηκε  το 1978 στην  Καβάλα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας (Ειδίκευση Κλασικής Φιλολογίας) της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λατινική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Leeds της Μεγάλης Βρετανίας, όπου και εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή (Ph.D). Σήμερα διδάσκει στο Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης (Κομοτηνή).
Παράλληλα ασχολείται με την ποίηση. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές («Ψηφιδωτό», Καβάλα 1995, «Γεωγραφία Δωματίου», εκδ. Στοχαστής 2000, «Πιο νύχτα», εκδ. Μανδραγόρας 2007 –υποψήφιο ως Καλύτερο Βιβλίο Ποίησης στα Λογοτεχνικά Βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ 2008).  Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά (Πανδώρα, Μανδραγόρας, Περίπλους, Διαβάζω) και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες νεότερης ποίησης (Ανθολογία Νέων Ποιητών, εκδ.  περιοδ. Μελωδία, Αθήνα 2000), Ανθολογία της Γενιάς του ’90, Η Γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς, εκδ. Μανδραγόρας, Αθήνα 2002, Παλίμψηστο Καβάλας, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2009). Για την ποιητική του δουλειά έχει δεχτεί άριστες κριτικές και τιμητικές διακρίσεις.
Παράλληλα ασχολείται ενεργά με τη μετάφραση στη νεοελληνική ποιητικών κειμένων της λατινικής και σύγχρονης βρετανικής ποίησης.

  • Εισαγωγής της Ελένης Γαραντούδη

Το τέλος του έρωτα η αρχή της ποίησης
     
Χάρης Μιχαλόπουλος, Πιο νύχτα, Μανδραγόρας, Αθήνα 2007, σελ 64

Ένα ποιητικό έργο είναι ένα ολόκληρο σύμπαν. Η τελευταία ποιητική συλλογή του Χάρη Μιχαλόπουλου (εκδόσεις Μανδραγόρα, 2007) συνθέτει έναν κόσμο  γοητευτικό, πολυδιάστατο και εμπνευστικό. Δηλώνοντας περιστασιακή αναγνώστρια ποίησης, θα τολμήσω να ξεδιπλώσω όψεις αυτού του ποιητικού σύμπαντος που φέρει τον τίτλο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ, υποστηρίζοντας το δικαίωμα του αναγνώστη να συμμετέχει στην ποιητική δημιουργία φτιάχνοντας τις δικές του –ακόμα και αυθαίρετες- εικόνες, υπερασπιζόμενη την όποια έμπνευση το ποιητικό έργο έχει τη δύναμη να γεννά.

Στο εξώφυλλο του βιβλίου η φωτογραφία του Κώστα Ορδόλη με την αισθητική της και τη θεματική της με προδιαθέτουν για μια ανεπιτήδευτη καθαρή ποιητική  ματιά στο σύγχρονο κόσμο. Αυτό άλλωστε που με ενδιαφέρει στην ποιητική δημιουργία του Χάρη Μιχαλόπουλου είναι το βλέμμα ενός νέου δημιουργού, η φωνή ενός «νέου» ποιητή. Κίνητρο για την περιπέτεια της ανάγνωσης του ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ είναι η περιέργειά μου για το τι καινούργιο έχει να μου πει και ίσως μπορεί να μου δείξει, ποιες άγνωστες πλευρές του κόσμου, εξωτερικού και εσωτερικού, να μου αποκαλύψει ένας νέος δημιουργός.

Η πρώτη ανάγνωση που κάνω είναι η επί τροχάδην, η επιλεκτική, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ανάποδα, από το τέλος προς την αρχή, όπου με έκπληξη διαπιστώνω πως πολλά ποιήματα τραβούν την προσοχή μου είτε εν μέρει ή στο σύνολό τους. Στη διαδρομή μου από το τέλος στην αρχή του βιβλίου παρατηρώ πως τα περισσότερα από τα 42 ποιήματα της συλλογής έχουν τη δύναμη να συγκινούν από την πρώτη κιόλας επαφή μαζί τους. Είναι «ανοιχτά», ποιήματα «φιλικά» στον αναγνώστη, χωρίς τη σκοτεινότητα των στίχων της μοντέρνας ή μεταμοντέρνας ποίησης. Για του λόγου το αληθές επιλέγω το ποίημα 22. Καβάλα (ύστερη όψη) : «μήτρα τσιμέντινη\ η πόλη που σε γέννησε\ δίχως δυνατότητα συστολής ή διαστολής\  ή χωράς ακριβώς\ ή σε ξερνάει ανεπιθύμητο στα σκουπίδια». Στίχοι τολμηροί και δυνατοί που με κάνουν να συμμερίζομαι το αίσθημα της ασφυξίας, τον φόβο της απόρριψης και της περιθωριοποίησης που η γενέθλια πόλη μου γεννά σε όσους δεν χωράνε στα καλούπια του μικροαστικού καθωσπρεπισμού της. Αμεσότητα, τόλμη και εκφραστική δύναμη διακρίνω σε πολλά ποιήματα της συλλογής όπως λ. χ. στο εξαιρετικό, ευρηματικό ποίημα 32.  «Η μυρωδιά του οδοντιατρείου\ο φόβος μην ανοίγοντας το στόμα μου\ πεταχτούν έξω αλήθειες\ που δε σφραγίζονται»

Η αμεσότητα και η γόνιμη έκπληξη από το δυνατό παιχνίδι των λέξεων στους στίχους του ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ είναι αυτό που με κερδίζει αμέσως, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, με βάζει στο παιχνίδι, με κάνει να θέλω να επικοινωνήσω μαζί τους και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο. Όπως συμβαίνει στο ποίημα 23. Φωτογραφικό φίλμ Ι «Ξέχασες και το ροζ κοντομάνικο μπλουζάκι. Εκείνο το γελοίο, με το μεγάλο κόκκινο λουλούδι, που αγοράσαμε μαζί στο νησί το καλοκαίρι που πέρασε. Το ροζ μπλουζάκι που φορούσες, όταν κοιμόσουν σπίτι μου. Σου τηλεφώνησα να το πάρεις κι εσύ αδιαφόρησες. Το πλένω συχνά. Πάλι και πάλι. Το απλώνω στο πίσω μπαλκόνι. Κάθομαι και σε κοιτάω. Σε βλέπω να κουνάς στον άνεμο χέρια και λαιμό πάλι και πάλι.» ή στο (απόσπασμα από το ποίημα) 4. Θερινό ηλιοστάσιο: μεταμεσονύχτια προβολή «τ’ αποφόρετα μιας αγάπης\ πεταμένα στον κήπο\ με τις νεραντζιές και τα χαλασμένα\ γραμμόφωνα\
 -Σήκω να χορέψουμε…\ - Επιτρέπεται;\
η ανάσα σου απόψε\ ξεχειλίζει φεγγάρι…»

 Με συγκίνηση διαπιστώνω ότι η αφηγηματική φωνή που ακούω να μου μιλά, όχι μόνο ξέρει να στήνει δραματικά, θεατρικά σκηνικά, αλλά εντέχνως διαποτίζει την ατμόσφαιρά τους με το άρωμα της ειρωνείας, κάτι που προσδίδει στον υπαινικτικό τους λόγο. (ποίημα 1. Ημερομηνία λήξης: βλ. στο καπάκι «Στο ψυγείο| ένα μπουκάλι χαλασμένο γάλα (έληξε χθες ή προχθές, δε θυμάμαι).\Στο σώμα\ μια ψυχή που έχει λήξει από καιρό(κι αυτή η ακριβής ημερομηνία μού διαφεύγει).\Στην αγκαλιά\ ένας έρωτας που έχει λήξει χρόνια τώρα(τα πρόσθετα συντηρητικά στις μέρες μας όμως κάνουν θαύματα!) 
Κι ακόμα παρατηρώ ότι ο νέος ποιητής συνδιαλέγεται επιτυχώς με αρχαίους και σύγχρονους μύθους  και δείχνει να έχει αφομοιώσει μια πλούσια ποιητική παράδοση- (ποίημα 8. horror vacui «Κάθε πρωί\ ξυπνώ μ’ αυτόν τον καθρέφτη στα χέρια.\ Σε φάλτσους αντικατοπτρισμούς αναζητώντας\ κάτι από τη φωνή ή το πρόσωπό σου.\ Τίποτα.\ Σηκώνομαι και\ πάω μια βόλτα στο μουσείο.\ Συμπληρώνω \ τα κεφάλια των κούρων με θάλασσα.») - όπως προκύπτει και από τη σελίδα των σημειώσεων με τις παραπομπές του ίδιου του ποιητή αλλά κυρίως από τα ίδια τα ποιήματα της συλλογής ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ και τη συνομιλία τους με μεγάλους ποιητές μας όπως ο Σεφέρης ή ο Ελύτης. Είναι αξιοπρόσεκτο το ότι οι πολλαπλές αναφορές-παραπομπές γραμματολογικού, αισθητικού και ερωτικού περιεχομένου δεν βαραίνουν στο σώμα της γραφής, αντίθετα δημιουργούν την αίσθηση της ασφάλειας. Ο νέος ποιητής ξέρει που πατά και που πηγαίνει.

Είναι ολοφάνερη η ικανότητα του Μιχαλόπουλου να παίζει με τις λέξεις, να πετυχαίνει απρόσμενες συζεύξεις τους, να συνδράμει με παρηχήσεις αναγραμματισμούς, ακροστιχίδες, και γενικά με ελεγχόμενα τα εκφραστικά του μέσα, την αλήθεια της ποίησής του.
(ποίημα 7. ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΩΝ  
Σε κοιτάζω σαν καθρέφτης
δίχως ψέμα
γλοιώδης της αλήθειας επιφάνεια
δίχως αφή
παγιδευμένος
σε ξύλινο πλαίσιο π
α                           ο
μ                           υ
ό
τ                            μ
σ                           ο
οτ  ι ε  ν  ί  ε   λ κ  υ           

κρεμασμένος σε δωμάτιο ανατολικό
σκεπασμένος με σεντόνι σε στιγμές πένθους
το σεντόνι που σε τύλιξα
γυμνή και ιδρωμένη
εκείνη την πρώτη νύχτα.

Λαμπυρίζω την κάθε σου ατέλεια,
την παραμικρή σαγήνη της μορφής σου.
Εδώ είμαι.
Κοίταξε που σε κοιτάζω
τα σα εκ των σων
χλευάζοντάς σε
ό,τι μου δίνεις σου προσφέρω.

Σπάζοντας γίνομαι νερό
περιμένω στο ποτήρι
να κατρακυλήσω στον οισοφάγο σου)
Αξιοπρόσεκτο το χάρισμά του να πειραματίζεται χωρίς επιτήδευση με την οπτική εικόνα των στίχων του και με την εκ νέου νοηματοδότηση παλιών φθαρμένων εννοιών και συμβόλων.

Με τον απαραίτητο ενθουσιασμό, που προκλήθηκε από την πρώτη επαφή, προχωρώ στην πιο «συστηματική» από την αρχή προς το τέλος ανάγνωση. Θέμα της συλλογής κυρίαρχο ο έρωτας και η ποίηση. Πιο συγκεκριμένα το πώς η μια ανάγκη τρέφεται από την άλλη και η σχέση τους με τον πόνο και την απουσία, με τη φθορά και το θάνατο. Αν η ζωή του ανθρώπου ήταν μια διαρκής κατάσταση ευτυχίας, σκέφτομαι, δε θα υπήρχε η ανάγκη για ποίηση. Οι σκοτεινές πλευρές του έρωτα, η σύνδεσή του με την απώλεια και το θάνατο είναι που κάνουν την παραμυθία της ποιητικής τέχνης «ένα αποτελεσματικό φάρμακο για την κατάθλιψη», όπως διαπιστώνει ο ποιητής Γιάννης Κοντός σε μια συνέντευξή του. 

Στην αναγνωστική μου διαδρομή από την αρχή προς το τέλος αισθάνομαι ότι η συλλογή ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ μού προσφέρει την απόλαυση μιας κινηματογραφικής ποιητικής σύνθεσης, καθώς διερευνά καταστάσεις και βιώματα που συνθέτουν μια σύγχρονη ερωτική ιστορία, αρχίζοντας από το τέλος της. Όταν ο έρωτας «έχει λήξει χρόνια τώρα» κι όμως είναι ακόμα στην αγκαλιά μας. Ο ποιητικός λόγος κινητοποιεί τη μνήμη και τη φαντασία μου και απολαμβάνω την ταύτιση μου με το ποιητικό υποκείμενο, τον πρωταγωνιστή του έργου, παρόλο που αυτός είναι ένας νέος άντρας κι εγώ μια όχι τόσο νέα γυναίκα. Μέσα από τα παθήματά του προσδοκώ τη δική μου «ανάσταση νεκρών». Να αναστήσω δικούς μου πεθαμένους έρωτες κι ίσως την περιπόθητη κάθαρση του τέλους.

Η ιστορία αρχίζει με το σκηνικό του σκληρού πρωινού ξυπνήματος που διαλύει όνειρα και ψευδαισθήσεις για αιώνιους έρωτες κι ανέφελους ερωτικούς παραδείσους. (από το ποίημα 2. Το βάρος της σκουριάς       «Το δέρμα σκουριάζει αργά\ αργά και προσεκτικά. Ύστερα ο θάνατος έρχεται\ πάντοτε απ’ το πλάι (καλύτερα έτσι, να μη βλέπεις).\ Ξοδεμένος στις καλημέρες που από υποχρέωση και μόνο\ μου πετάς στα μούτρα κάθε πρωινό.\ Ακούω τα βήματά σου στην κουζίνα, το κουταλάκι\ στριφογυρίζει στην κούπα σου.\ Ντύνεσαι και φεύγεις.\ Μονάχα σαν κλείσει η πόρτα\ σηκώνομαι και στέκομαι γυμνός\ μπρος στον καθρέφτη\ από περιέργεια κάθε πρωινό:\ τι βαραίνει περισσότερο πάνω μου\ το δέρμα μου ή η σκουριά του;») Οι εραστές απ’ την αρχή μάς συστήνονται ανίκανοι να συντηρήσουν το θαύμα. Η αφηγηματική φωνή με μόνιμο συνομιλητή της την ειρωνεία, «μετεξεταστέος της λύπης» που φτάνει και στον αυτοσαρκασμό, «Οι γνώσεις του υποψηφίου εκρίθησαν ανεπαρκείς στα κεφάλαια \    «Πόνος» και « Απουσία»
μάς ξεναγεί σ’ αυτόν τον κόσμο του τέλους του έρωτα, όπου βαραίνει η απουσία και ο πόνος της απώλειας.
Όσο προχωρά η θέαση του κόσμου στο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ γίνεται φανερό πως ο χρόνος και η διάρκεια ως θέμα παράλληλο απασχολούν όλη την ποιητική συλλογή (ποίημα 1 Ημερομηνία λήξης: βλ. στο καπάκι) είτε υπαινικτικά είτε μεταφορικά ή και κυριολεκτικά, «ο χρόνος δεν είναι άλλο από μια πατούσα. Μια πατούσα που θα περπατήσει παντού…και δε θα αφήσει τίποτε που να μη το λιώσει κάτω από το ανύπαρκτο, τυραννικό της βάρος.»

Με τις αναγκαίες προβολές της μνήμης -και σε συνεχή διάλογο με αρχαίους ερωτικούς μύθους-  μεταφερόμαστε σε μεταμεσονύχτια ατμοσφαιρικά σκηνικά. Η νύχτα τρέφει την προσμονή για τον έρωτα («περιμένω αχόρταγα τη νύχτα») κι έπειτα προσφέρει τον κατάλληλο σκηνικό φωτισμό για τον ερωτικό χορό που προοικονομεί την ερωτική πράξη που ακολουθεί, την πρώτη ερωτική νύχτα -«ανοίγεις τις φλέβες σου διάπλατα: «Πέρασε» , μου λες,\ κι εγώ πασχίζω ακόμα να ξεμπλέξω από το πηχτό κόκκινο\ που εσύ το λες αίμα.»- Η ένωση των εραστών διαστέλλει το χρόνο κι εξασφαλίζει με τις μεταμορφώσεις των συμμετεχόντων στην ερωτική συνένωση την περιπόθητη διάρκεια. Μόνο που διαρκής δεν θα αποδειχθεί η ευτυχία του έρωτα, αλλά ο πόνος που προκαλεί. Με τη μεταμόρφωση της ερωμένης σε δέντρο, με ρίζες και φύλλα, που εισέρχεται στο έτερο σώμα και ριζώνει, ο αφηγητής κουβαλάει παντού πλέον τον εισβολέα έρωτα, άλλοτε ως «φάντασμα άγρυπνο» που «χορταίνει με ρωγμές» κι άλλοτε ως  το άρωμά της ή «τη μυρωδιά του αντηλιακού στο σώμα της».

Τον έρωτα ο ποιητής τον ταξιδεύει – και ταξιδεύουμε κι εμείς μαζί- σε βορινές πολιτείες, με νυχτερινά τρένα, ανορθογραφώντας τον έρωτα, (ποίημα 20. Manchester airport- Leeds, 01.37 Π.Μ.  «Νυχτερινά τρένα σε βορινές πολιτείες. Μέσα στη νύχτα προσπερνώντας\ (με ιλιγγιώδη ταχύτητα)\ φωταγωγημένους έρημους σταθμούς ίδιους με το σώμα σου,\ πριν πλαγιάσω μαζί σου\ Συντροφιά μου μονάχα ο θόρυβος του συρμού\ και το σάλιο σου \βαθαίνοντας ολοένα μέσα μου.\ Κάπου μακριά,\ εσύ τώρα κοιμάσαι, χαμογελάς, αλλάζεις πλευρό\ αμέριμνη στον ύπνο σου,\ ενώ το ιδρωμένο χέρι μου ανορθογραφεί ακατάπαυστα\μέσα στην επιτάχυνση του σκοταδιού\ Ο πώνως με δύο ωμέγα γράφεται.») 
 
          Ο έρωτας ταξιδεύει για τη Σαμοθράκη στα τρία πεζόμορφα ποιήματα (15. Τρία κείμενα για τη Σαμοθράκη- Απόγευμα στα Θέρμα, Γριά Βάθρα, Στο «Αρσινόη») Η παρουσία του αγαπημένου προσώπου συνδέεται εδώ, στον ιερό τόπο της αρχαιότητας, με όλα τα πρόσωπα του έρωτα (συμπαντική δύναμη, θεότητα, πόθος, ερωτική συνεύρεση, ηδονή, πόνος, ύπνος, θάνατος). Ο έρωτας στο νησί δημιουργεί έναν πρόσκαιρο επίγειο παράδεισο, χωρίς να προσφέρει στους ερωτευμένους τη μακαριότητα των Πρωτόπλαστων. Οι ερωτευμένοι ζουν στιγμές μόνο μιας ευδαιμονικής αρμονίας με το σύμπαν. Η παρουσία μετατρέπεται σε φυγή και απουσία. Το κυρίαρχο βίωμα σχετίζεται με την τραγική πτώση των Πρωτόπλαστων, που θέτει σε κίνηση το χρόνο. Οι εραστές βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του, δεν κερδίζουν την «αθανασία», παρά το πρόσφορο, «ενεργειακό», «ειδυλλιακό» περιβάλλον, λ.χ. στον αρχαιολογικό χώρο του ιερού όπου «ξαπλώνω σε μια παγωμένη πέτρα πλάι στο κτίριο με τις Χορεύτριες.» Ή στις περίφημες βάθρες του νησιού, όπου «το παγωμένο νερό στη βάθρα μου θυμίζει πόσο θνητό είναι αυτό το κορμί που περιφέρω μες στους αιώνες, από θλίψη σε θλίψη, ό,τι κάθε μεσάνυχτα που αγρυπνώ γράφοντας ονομάζω «δημιουργία». Χάνω τον εαυτό μου στο τοπίο, δεν έχω, δεν είμαι. Αρνήσεις που επιτέλους αποκτούν στη ζωή μου κάποιο νόημα. Το όνομά μου θόρυβος νερού. Μη μιλάς. Αγκάλιασέ με, πριν γίνει η σκέψη μου άνεμος».
 
          Στα «Τρία κείμενα για τη Σαμοθράκη» αναπτύσσονται ως δοκιμιακός ποιητικός λόγος τα θέματα της συλλογής ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ: έρωτας, δημιουργία-ποίηση, χρόνος-διάρκεια, αθανασία, φθορά-θάνατος- αλήθεια-ψέμα. Η αλλαγή σκηνικού χώρου και φωτισμού δεν αλλάζει την ουσία των πραγμάτων. Η πόλη και η νύχτα, που είναι το μόνιμο σκηνικό της ΠΙΟ ΝΥΧΤΑΣ, μεταλλάσσεται  σε μαγευτικό νησί και ηλιόλουστο μεσημέρι ή φως δειλινό, αλλά εν τέλει κυριαρχεί η βροχή και η απουσία «Σ’ όλο το ταξίδι το «Αρσινόη» κουνούσε αφάνταστα, ενώ στην πλώρη δεν μείναμε παρά μονάχα έξι άτομα κουλουριασμένοι σε γωνίες, δεξιά-αριστερά. Όλοι προτίμησαν το σαλόνι. Έβρεχε. Εσύ που ήσουν;».
   
Ο έρωτας συνεχίζει το ταξίδι του, νύχτα πάντα, στη  λεωφόρο μιας μεγαλούπολης, στους άδειους δρόμους μιας πόλης που κοιμάται ή «…στην άκρη της στέγης». Στο φιλμ εγγράφονται νυχτερινές μουσικές και φωτισμοί που υποβάλλουν ή προβάλλουν τα πάθη του έρωτα άλλοτε με υπαινικτικά σχόλια, άλλοτε με τις συνδηλώσεις των λέξεων -«πιο νύχτα»- με εξομολογήσεις και τολμηρές επιταγές- «Κοίταξε που σε κοιτάζω| τα σα εκ των σων| χλευάζοντάς σε| ό,τι μου δίνεις σου προσφέρω». Κι επειδή ο ερωτικός λόγος αποδεικνύεται ανεπαρκής να εκφράσει το άφατο, προκύπτει η ανάγκη της δημιουργίας  νέων λέξεων, έστω και με αναγραμματισμό των παλιών φθαρμένων εννοιών - «Εσύ να με λες «Βοχήρ».

            Η σύνθεση περιλαμβάνει 42 ποιήματα- με μια δική μου άλλη αρίθμηση 50. Όλα συμβάλλουν με τον τρόπο τους στην αισθητική απόλαυση που ως ολοκληρωμένο έργο μας προσφέρει η συλλογή. Κορυφαίο θεωρώ το τελευταίο ποίημα:
 « 42. ΤΟ ΜΠΑΟΥΛΟ
 Όλα πια είναι μέσα στο μπαούλο:
η παιδική γρατζουνιά στο γόνατό μου
το πρώτο μου τρενάκι
το άρωμά της
το καλό μου πουκάμισο
η αφή του ήλιου
το παιδικό μου νανούρισμα
κάτι από ματωμένες αγκαλιές
οι φωτογραφίες από το νησί το καλοκαίρι
 ο γαλάζιος κήπος με τα πορτοκαλί φρούτα
 ένα ραγισμένο φιλί της
η γεύση απ’ τα μεσάνυχτα
το τελευταίο λεωφορείο της γραμμής
το αγαπημένο της βιβλίο
δυο φύλλα γιασεμί
η θέα του Άθω απ’ το μπαλκόνι μου
          ένας στίχος από την Αντιγόνη
το σπασμένο ρολόι μου
το μαχαίρι της γλώσσας της
οι αφισοκολλήσεις στη Ρούζβελτ
το μικρό άσπρο δωμάτιο της απουσίας
το παλιό κασετόφωνο
ο αναίμακτος φθόγγος

 Κάψτε τα!»

Το «μπαούλο» με τον συμβολισμό του  αποδεικνύεται ο χώρος που παραθετικά – και θεραπευτικά- τοποθετούνται οι εικόνες του έρωτα, ό,τι πιο πολύτιμο, όχι για να φυλαχθεί ή να διασωθεί  αλλά ως υλικό που μας καλεί, μας προκαλεί να το αναλώσουμε. Με εναργή εικονοποιία, σε ενδιαφέρουσα ροή εικόνων και συνέχεια από στίχο σε στίχο, και από ποίημα σε ποίημα, στήνεται και ολοκληρώνεται από τον ποιητή-σκηνοθέτη η ερωτική ιστορία που καταλήγει στην ανατροπή του τέλους. Ο πιο κρίσιμος στίχος του έργου αποδεικνύεται ο τελευταίος στίχος που οδηγεί στην κάθαρση. Επιπλέον χαρίζει στο έργο τη διάσταση του ανοιχτού τέλους που επιτρέπει στον αναγνώστη να δώσει τη δική του ερμηνεία στην τελική επιταγή «Κάψτε τα!». Ίσως το βαθύ σκοτάδι της πιο νύχτας να φωτίζεται με τον ακροτελεύτιο στίχο της συλλογής από την λυτρωτική πράξη της συμμετοχής μας, ημών των αναγνωστών, στην καθαρτήρια πυρά, που μας χαρίζει μια νέα προοπτική στη θέαση του Έρωτα.

Εν κατακλείδι κι ανεπιφύλακτα στο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ νιώθω πως έχω διαβάσει σύγχρονη ερωτική ποίηση, ζωντανή γλώσσα που συνδυάζει τον λυρισμό και τη στοχαστική ενατένιση, ρυθμίζει με την χρήση των διαβαθμίσεων της ειρωνείας τη συγκίνηση, αφομοιώνει ποικίλες αναφορές, γλώσσα «που να ποιεί», να δημιουργεί νέες σημασίες, νέες συνάψεις λέξεων, νέες φράσεις, τέτοιες που να οδηγούν σε πολύσημους συνειρμούς. Ερωτική ποίηση που κατορθώνει να υψώσει το συναίσθημα  σε κύριο μηχανισμό άμυνας κι αντίδρασης σ’ ένα κόσμο απώλειας και απουσίας νοήματος. Ερωτική ποίηση ως αντίσταση στην ήττα της φθοράς των πραγμάτων, «παυσίλυπο σταγόνα στον ωκεανό» του πόνου που ο έρωτας γεννά.

Αν το «πιο» ισοδυναμεί με τη μαγική λέξη που προσδίδει μέγεθος, δύναμη ή κάτι τέλος πάντων πιο έντονο σε ό,τι συνοδεύει ως προσδιορισμός, στο ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ το επίρρημα τολμά να αναμετρηθεί με κοινούς ποιητικούς τόπους και τετριμμένα σύμβολα (λ.χ. νύχτα, καθρέφτης, μουσείο, αγάλματα, ρίζες και φύλλα, θάλασσα) και  να στήσει έναν συναρπαστικό κόσμο, όπου μπορεί να «λείπει το ρήμα», όμως κυριαρχεί το ουσιαστικό. Η ποίηση. Αυτή η μαγική τέχνη που ανυψώνει το προσωπικό βίωμα, ακόμα και το πιο ασήμαντο και συνηθισμένο, σε μοναδική λυτρωτική εμπειρία μέθεξης για τον\την δημιουργό και τον αναγνώστη του ή την αναγνώστριά του. 

                                                                       
Ελένη Γαραντούδη
 

 

Προσθήκη σχόλιου


Λέσχη Αναγνωστών

 

Το blog του συλλόγου