Περί Διαδρομών

diaΟ σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους, λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές του καιρού μας...Περισσότερα

Περί Στόχων

  Δεν σκοπεύουμε να γίνουμε άλλος ένας πολιτιστικός σύλλογος, αλλά ένας άλλος πολιτιστικός σύλλογος. Θέλουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες στις πολιτιστικές δράσεις. Να βρούμε πώς μπορούν να ενταχθούν και να λειτουργήσουν, τόσο στον τρόπο δράσης, όσο και στην εσωτερική οργάνωση και συμμετοχή των μελών..Περισσότερα

Λογοτέχνες της Καβάλας

Μια  συνοπτική  ιστορία...

Tον Μάρτιο του 1994 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας ο Βασίλης Βασιλικός έκανε λόγο για την ύπαρξη της λογοτεχνικής σχολής της Καβάλας. Ως κύριο επιχείρημα του ανέφερε τα πολλά ονόματα των αναγνωρισμένων λογοτεχνών που έλκουν την καταγωγή τους από την Καβάλα και την πυκνότερη σαφέστερη ομοιογένεια των εκπροσώπων της σχολής από την αντίστοιχη σχολή της Θεσσαλονίκης.  Η αναφορά αυτή, που ενθουσίασε το κοινό της εκδήλωσης και δημοσιεύθηκε ως είδηση, την επομένη, στην αθηναϊκή εφημερίδα τα «Νέα», αφορούσε κυρίως την πεζογραφία και επιλεκτικά την ποίηση.

Ο Βασιλικός για ν' αποδείξει το εύρος της σχολής υπέδειξε ως γενάρχη τον Φώτη Πράσινη (1912-1973) και μετά για λόγους μετριοφροσύνης δεν επέμενε στον εαυτό του (γεννήθηκε το 1934) και συνέχισε με τον Γιώργο Χειμωνά (1939), τον Ι.Δ, Ιωαννίδη (1931), τον Χρόνη Μίσσιο (1930), τον Πρόδρομο Μάρκογλου (1935), τον Διαμαντή Αξιώτη (1942), το Νίκο Βασιλειάδη (1942), τον Σάκη Παπαδημητρίου (1940), τον Γιάννη Γαϊτάνο (1946), τον Θόδωρο Γρηγοριάδη (1957) και τον Κοσμά Χαρπαντίδη (1959).

Από την ποίηση επέλεξε τα ονόματα των Γ.Ξ. Στογιαννίδη (1912-1994), του Λευτέρη Ξανθόπουλου (1945), της Μαρίας Κυρτζάκη (1948), του Κώστα Καναβούρη (1955), του Δημήτρη Λέντζη (1952) και του Δημήτρη Λεοντζάκου (1972).

Επίσης έκανε μνεία σε δυο συγγραφείς τον Η. Παπαδημητρακόπουλο (1930) και τον Μιχάλη Μήτρα (1944), οι οποίοι δεν κατάγονται από την πόλη, αλλά ωστόσο η Καβάλα γονιμοποίησε το έργο τους και μπορούν να ενταχθούν- κατά τον Βασιλικό- στο κλίμα της σχολής. Η προϋπόθεση βέβαια, χρόνια τώρα, για να λάμψει μια πόλη και μια περιοχή λογοτεχνικά είναι να γνωρίζει αυτή η πόλη την οικονομική και κοινωνική άνθηση και έκρηξη. Αν η άνθιση αυτή είναι σύντομη και δεν είναι διαρκείας, αλλά και δεν καταστήσει ορατή στην διαφορά της από τις άλλες όμορες πόλεις, τότε και η πολιτιστική ανάπτυξη είναι βραχεία. Ετσι δεν συνέβη με τις πόλεις της Δύσης που ανέπτυξαν πολιτισμό, επειδή οι Μέδικοι ή Δόγηδες της Βενετίας, οι δούκες της Πρωσσίας και της Αυστροουγγαρίας αμμιλώντο για την καλλίτερη θέση στα γράμματα και τις τέχνες για να αποδείξουν την ευρωστία της αυλής τους;
Η Καβάλα του 19ου αιώνα, το σύγχρονο Ελ Ντοράντο της Ανατολής προσήλκυε, Ελληνες από άλλα μέρη, λόγω του καπνού και έτσι κέρδισε τον πρώτο ποιητή της, αναγνωρισμένο και με πανελλαδική καταξίωση. Τον Ιωάννη Κωνσταντινίδη.

Ο Κωνσταντινίδης ήρθε στην Καβάλα το 1872, ως αντιπρόσωπος της  καπνεμπορικής φίρμας «Βαφειαδάκη και Μαυροκορδάτου» και σύντομα έγινε καπνέμπορος ο ίδιος, ανέπτυξε έντονη πατριωτική και κοινωνική δράση, ενώ παράλληλα έγραψε και ποιήματα που απάγγελνε σε δημόσιες και πατριωτικές εκδηλώσεις. Αν και δεν εξέδωσε όσο ζούσε καμιά ποιητική συλλογή εν τούτοις η ποίηση του αναγνωρίστηκε και ο ίδιος τιμήθηκε όσο ζούσε.

Την ίδια εποχή και πριν από το τέλος του 19ου αιώνα εμφανίζεται στην Καβάλα ο σατιρικός ποιητής Ανδρίκος Βέττας, από το Πράβι, ο οποίος πιο τολμηρός από τον Κωνσταντινίδη τυπώνει και κυκλοφορεί μια ποιητική συλλογή, την πρώτη του, το 1899 με τον τίτλο «Σένα τα λέγω πεθερά για να τακούει η νύφη», ενώ μαρτυρείται ότι εξέδωσε και μια δεύτερη με τίτλο η «Ερρινύς» που δεν βρέθηκε.

Εκτοτε και για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν καταγράφηκε στην πόλη αξιόλογη λογοτεχνική κίνηση για να εμφανισθεί πριν από την κατοχή ο χρονογράφος Κώστας Χαρσούλης, που εξέδωσε πριν από τον πόλεμο στην Καβάλα μια συλλογή από χρονογραφήματά του και ο ποιητής Γιώργος Στογιαννίδης,που εξέδωσε το βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό με τον τίτλο «Νέοι». Το περιοδικό αυτό ήταν αμιγώς λογοτεχνικό, το εξέδιδε ο Στογιαννίδης με τον Ταβλαρίδη και είναι πρωτοποριακό για την εποχή του, επειδή εμφανίζεται σε μια επαρχιακή πόλη.

Την ίδια εποχή ζει στην Καβάλα και δημιουργεί αθόρυβα ο διηγηματογράφος Φώτης Πράσινης, ο οποίος θα κάνει αισθητή την παρουσία του στα χρόνια μετά τον πόλεμο, με μια μεγάλη σειρά από διηγήματα που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά(με  το πιο καθιερωμένο τη Νέα Εστία)και εφημερίδες. Ο Πρασίνης ακολουθεί σε τεχνοτροπία τις κλασικές κατακτήσεις της γενιάς του 1930 και τις  επιρροές από την κοινωνική  λογοτεχνία των Σκανδιναβών. Η έμπνευση και οι περιγραφές του αναφέρονται στην προπολεμική Καβάλα κυρίως, απεικονίζει στα πιο πετυχημένα και σκληρά διηγήματα του τον αγώνα των προσφύγων για την επιβίωση,την ανεύρεση εργασίας και του καθημερινού βιοπορισμού, τις δυσκολίες για την βελτίωση της ζωής τους. Και αυτός όσο ζούσε δεν κατάφερε να εκδώσει καμιά συλλογή διηγημάτων του.

Μεταπολεμικά η πνευματική ζωή της πόλης ανθίζει γύρω από τους πνευματικούς πυρήνες που σχηματίζονται στις εφημερίδες και τα περιοδικά (ήδη ο Ταχυδρόμος, συγκαταλέγεται στα πιο μακρόβια έντυπα της Βόρειας Ελλάδας, μετά την Μακεδονία του Βελλίδη ). Το 1950 εμφανίζεται η Ερευνα του Δημήτρη Γλυφού, πρώτα σαν περιοδικό και μετά σαν εφημερίδα και συγκεντρώνει μια ομάδα νέων που άνθισαν πνευματικά  αργότερα. Ο Γλυφός είναι μέντωρ της  εποχής,  που συγκεντρώνει κοντά του τους νέους και έτσι γράφουν και αναδεικνύονται οι Ι.Δ.Ιωαννίδης, ο Νίκος Ρουδομέτωφ, ο Γιώργος Τσιαπίσης, ο Ζήσης Μπρουκάκης, ο Σταύρος Θεοφανίδης και αργότερα ο Πρόδρομος Μάρκογλου.

Στη συνέχεια εμφανίζεται μια άλλη ομάδα που εκδίδει το 1958 το βραχύβιο επίσης λογοτεχνικό περιοδικό με την ονομασία «Εννέα οδοί» και με βασικό εκδότη τον εφοριακό Κώστα Χερτούρα. Θρυλείται πως ο εκδότης του περιοδικού μετατέθηκε αιφνιδίως στην Θεσσαλονίκη, γιατί τον κυνηγούσε ο ιδιοκτήτης του τυπογραφείου  «Ηλιος», προς τον οποίο άφησε χρέος από την εκτύπωση του περιοδικού. Εκτοτε εξαφανίσθηκε από την Καβάλα μαζί με τον Χερτούρα  και το περιοδικό «Εννέα οδοί».

Βλέπεις η μοίρα των Καβαλιωτών συγγραφέων παρ’  όλο που η ψυχή τους είναι καρφωμένη στην πόλη είναι να μετακινούνται μακριά από αυτήν. Οι περισσότεροι πεθαίνουν ή πρόκειται να πεθάνουν στην Θεσσαλονίκη και κάποιοι στην  Αθήνα, όπου μεταναστεύουν, όταν το κλίμα της Καβάλας δεν τους σηκώνει με την  υγρασία και  τις μικροαστικές αναθυμιάσεις και την ιθαγενή υποτίμηση. Τους ξεβράζει η Καβάλα, όταν έρχεται το πλήρωμα του χρόνου και τότε δεν τους κρατάς με καμιά δύναμη. Δεν αντέχουν ξαφνικά, ροκανίστηκε η υπομονή τους, βλέπουν την πόλη σαν τόπο, όπου ανθούν οι κυβόλιθοι και ο καπνός μόνο. Φεύγουν, ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Σκέψου ότι ο Στογιαννίδης έφυγε για την Θεσσαλονίκη γύρω στα εξήντα του και ο Μάρκογλου  επίσης ώριμος.

Μόνο ο Φώτης Πράσινης τελείωσε την ζωή του εδώ. Κανείς άλλος μέχρι στιγμής.

Το σύνδρομο της Θεσσαλονίκης αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί την αιτία του αφανισμού και του ξεκληρίσματος της λογοτεχνικής σχολής της Καβάλας. Ηδη εγκατέλειψαν την Καβάλα (για διαφορετικούς λόγους είναι αλήθεια) δέκα από τους δεκαοχτώ λογοτέχνες και συνεχίζουν να ζουν εκεί ακόμη τέσσερις, ενώ ο Βασίλης Βασιλικός και ο Γιώργος Χειμωνάς, μετά από πολλά χρόνια παραμονή στην Θεσσαλονίκη και ενώ έχουν εγγραφεί στην συνείδηση των περισσοτέρων ως Θεσσαλονικείς, ζουν εσχάτως  στην  Αθήνα. Οι περισσότεροι επέλεξαν την Θεσσαλονίκη, όχι μόνο γιατί αποτελεί μεγαλύτερο κέντρο, αλλά γιατί μπορούν να επιστρέψουν στην αγαπημένη τους πόλη  σχετικά γρήγορα.

Μια αποκοπή που δεν είναι αποκοπή και δεν συνεπάγεται την πλήρη αποξένωση, όσο κι αν Θεσσαλονίκη επιλέχθηκε, επειδή αποτελεί το αντίστροφο είδωλο της Καβάλας. Δεν διαθέτει όσα μειονεκτήματα κράτησαν την Καβάλα, μια επαρχιακή πόλη. Από την Καβάλα ο κόσμος φαίνεται να απέχει μίλια μακριά, ενώ από την Θεσσαλονίκη λίγα πόδια. Κι όταν έρχονται στην Θεσσαλονίκη οι Καβαλιώτες κρύβουν κάτω από τη γλώσσα την καταγωγή τους. Λησμονούν γρήγορα τη γλώσσα τους, πολιτογραφούνται μπαγιάτηδες και η Θεσσαλονίκη τους ρουφά, χωρίς ενδοιασμούς, στην πολυεθνική της χοάνη. Οι συγγραφείς γίνονται ένα σώμα με την ερωτική πόλη του Θερμαϊκού, όλοι θυμούνται τον Βασίλη Βασιλικό σαν το νεαρό θαύμα που έγραψε, μαθητής ακόμη, την Διήγηση του Ιάσονα, όσο κι αν ο πατέρας του (λαμπρός ποινικολόγος της πόλης) ονειρευόταν δικανική καριέρα για το γόνο του. Η Θεσσαλονίκη απελευθερώνει και κανείς δεν γνωρίζει ποια θα ήταν η εξέλιξη του ταλέντου του νεαρού Καβαλιώτη, εάν βίωνε τα καθηλωτικά συμπλέγματα μιας ξεπεσμένης πόλης.

Ετσι εξηγείται γιατί η Καβάλα δεν στέριωσε εκπροσώπους ως λογοτεχνική σχολή και γιατί δεν κατάφερε να επιβληθεί στο πανελλήνιο. Ομως η εξήγηση δεν κρύβεται μόνο στην Θεσσαλονίκη, αλλά και στην ψυχρή ιδιοσυγκρασία της Καβάλας, που δεν ανέχεται ποιητικούς πυρετούς και οίστρους. Ο Πρόδρομος Μάρκογλου σε εισαγωγικό του κείμενο, που συμπεριλήφθηκε στην έκδοση των απάντων του Φώτη Πράσινη δίνει την κοινωνική διάσταση και ερμηνεία στο φαινόμενο, αποκαλύπτοντας ότι «οι κάτοικοι της πόλης, ποτέ δεν ρίζωσαν στην Καβάλα, αλλά έδρασαν σαν σε αποικία, αφού δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πόλη, ούτε σαν ισχυρή αστική τάξη - που δημιουργεί, δεν συμπεριφέρθηκαν, αφού δεν άφησαν ούτε ένα πνευματικό έργο για να δείξουν τη δύναμη και τη διάρκεια τους, τα ίχνη τους και τις επιλογές τους».
Βέβαια ο Μάρκογλου αναφέρεται στους καπνεμπόρους της πόλης, τους ισχυρούς εν γένει οικονομικούς παράγοντες, αλλά όμως οι δυνατοί δεν διαμορφώνουν πάντα και παντού το κλίμα, την ατμόσφαιρα, επιβάλλοντας στις μάζες τον ρυθμό, τον οποίο ακολουθούν χωρίς αντιρρήσεις.

Για χρόνια ολόκληρα οι συγγραφείς της αρνήθηκαν να εμπλουτίσουν την φιλμογραφία της πόλης. Ακόμη και ο πολυγραφότατος Βασίλης Βασιλικός μόνο ένα πρώιμο μυθιστόρημα του « Τα σιλό» αφιέρωσε εξ ολοκλήρου στην Καβάλα, ενώ σποραδικά σε άλλα έργα του περνούν φευγαλέα εικόνες της Θάσου και της Καβάλας. Οι συγγραφείς εκδικούνται την πόλη τους, την αγνοούν, γιατί τους πονά. Την αποβάλλουν, ενώ τους καίει. Ορισμένοι, ζώντας ακόμη στην Καβάλα, φρόντιζαν τα βιβλία τους να τυπωθούν με την ένδειξη Θεσσαλονίκη.

Ότι δεν κατάφερε ο Κώστας Χερτούρας και οι συν αυτώ επιχειρούν αργότερα με την βραχύβια «Αργώ»,αλλά κυρίως με την «Σκαπτή Υλη» της πρώτης περιόδου οι ίδιοι πρωταγωνιστές, δηλαδή ο Π. Μάρκογλου, ο Γ. Στογιαννίδης, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος και ο Γιώργος Χουρμουζιάδης. Αυτή την φορά συσπειρώνονται γύρω από το ιστορικό σωματείο  τον  Σ.Φ.Γ.Τ Καβάλας και εκδίδουν με χρήματα του Συνδέσμου το περιοδικό «Σκαπτή Υλη» που δεν σταδιοδρόμησε για πολύ.

Μόλις το έτος 1975 δραστηριοποιείται ξανά η «Σκαπτή Υλη» με τους Χαράλαμπο Λαλένη, Κώστα Πρόκοβα, Διαμαντή Αξιώτη και θα εκδώσει μέχρι το  1983 αρκετά τεύχη παραμένοντας μια επιθεώρηση των καβαλιωτών συγγραφέων που μένουν πλέον εκτός Καβάλας, και όχι τόσο στην πόλη. Το 1983 και το 1985 ο Διαμαντής Αξιώτης εκδίδει την Ανθολογία Καβαλιωτών ποιητών και Καβαλιωτών πεζογράφων. Στην πρώτη περιλαμβάνει δεκάξι ποιητές τους εξής :
Τον ίδιο, τον Β. Βασιλικό, τον Νίκο Βρεττό, τον Τάκη Γραμμένο, τον Θ. Γρηγοριάδη, τον Κώστα Καναβούρη, τη Μαρία Κυρτζάκη, τον Δαμιανό Κωνσταντινίδη, τον Δημήτρη Λέντζη, τον Πρόδρομο Μάρκογλου, τον Μιχάλη Μήτρα,  τον Λευτέρη Νεγρεπόντη, τον Λευτέρη Ξανθόπουλο, τον  Κώστα Ορφανίδη, τον  Γ.Ξ. Στογιαννίδη, τον  Αβραάμ Χατζηανέστη. Ενώ ανθολογεί 15 πεζογράφους και ανάμεσά τους τον Φώτη Πράσινη, τον Γιώργο Χειμωνά, τον  Ι.Δ. Ιωαννίδη, τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο,  τον Γ. Χουρμουζιάδη, τον Σάκη Παπαδημητρίου, τον  Σταύρο Βακρατσά και τον  Γιάννη Γαϊτάνο.

Μόλις το 1987 διακρίνεται μια δυναμική ομάδα,που  αποφασίζει να εκδώσει -νέο λογοτεχνικό περιοδικό μέσα από τον ΣΦΓΤ Καβάλας,που  αυτή  τη  φορά  ονομάζεται «Υπόστεγο» και από την συντακτική του επιτροπή   περνούν πολλά άτομα,αλλά πάντα  επιμένουν  οι Αξιώτης, Χαρπαντίδης και  Ιορδάνου. Μέσα από τις σελίδες αυτές επιχειρεί να αναδυθεί μια νέα ομάδα λογοτεχνών της πόλης, που άλλοι συνεχίζουν ως σήμερα και άλλοι όχι.
 Από το  1987  μέχρι το 2000 το έργο τους  συνεχίζουν οι παραπάνω  λογοτέχνες,ενώ  αναδύονται και νέα ονόματα Καβαλιωτών  συγγραφέων που άλλοι ζουν στην Αθήνα ( Μανίνα Ζουμπουλάκη-1960 )και την Θεσσαλονίκη(Γιάννης Ατζακάς-1942 ), αλλά τους  απασχολεί η Καβάλα,ενώ  άλλοι ζουν στην Καβάλα  χωρίς να επηρεάζονται καθόλου από  την τοπογραφία της, στρέφοντας  την έμπνευσή τους σε θέματα άσχετα με το χώρο μας και σ΄αυτήν  την κατηγορία  ανήκει ο Βασίλης Κυριλλίδης(1958) με  τέσσερα  βιβλία  στο ενεργητικό του από το έτος  2001 μέχρι σήμερα. Επίσης στην Καβάλα δημιουργούν και δημοσιεύουν από το έτος 2004  και μετά ο πεζογράφος  Θεόφιλος  Ελευθεριάδης (1961), η ποιήτρια  Γεωργία Τριανταφυλλίδου(1968) και ο ποιητής Χάρης Μιχαλόπουλος (1978), με  ένα  έργο σε  διαμόρφωση και με  κριτικές που  δεν τους περιορίζουν στα όρια της πόλης. Από τους παραπάνω οι Βασίλης  Κυριλλίδης και  Γεωργία  Τριανταφυλλίδου  συμμετέχουν ενεργά και στην διαμόρφωση του πολιτιστικού προφίλ της Καβάλας και προσφέρουν μέσα από συλλόγους και έντυπα που κυκλοφορούν στην Καβάλα.

Τέλος, μετά την ανθολογία  του  Δ. Αξιώτη(1984) η Δημοτική  Βιβλιοθήκη Καβάλας το 2009  επανέρχεται  στο θέμα της ανθολόγησης  των νεότερων και των παλαιότερων κειμένων για  την πόλη και τους  συγγραφείς  της μέσα από τον τόμο «Παλίμψηστο Καβάλας» σε επιμέλεια  των Καβαλιωτών πανεπιστημιακών Ευριπίδη Γαραντούδη και Μαίρης Μικέ.            


* Το μεγαλύτερο μέρος του  παραπάνω  κειμένου εκφωνήθηκε  σε  εκδήλωση για τους Λογοτέχνες της  Καβάλας, ενώ συμπληρώθηκε μεταγενέστερα  για να περιλάβει και τους νεότερους.

 

 

Προσθήκη σχόλιου


Λέσχη Αναγνωστών

 

Το blog του συλλόγου