|
ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΘΕΙ ΓΙΑ ΟΣΑ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΠΕ ο
Μωχάμετ; Γιατί να τον συγκινήσουν τα μικρά του Ραχωνίου; Δεν είχε
επιλέξει ο ίδιος τον τρόπο που θα έκλεινε ο πρώτος κύκλος της ζωής του.
Ούτε αναγκάστηκε να πλάσει ιστορίες αποχαιρετισμού. Δεν είχε μάθει
ακόμη να γυρίζει πίσω το κεφάλι, για το χατίρι της σκέψης, ούτε να
κλαίει για την εύνοια της καρδιάς. Η χάραξη τής, μέχρι εκείνο το
σημείο, ζωής του ήταν ισχνή και η προστασία που του προσφέρθηκε από τον
φρούραρχο, μεγάλη.
Το λιμάνι της πολιτείας, ανοιχτό.
#
Ο Μωχάμετ έφτανε στον τόπο από όπου είχε ξεκινήσει η πρώτη μέρα της
ζωής του. Τότε που η μάνα του τον εγκατέλειπε μέσα από τους πόνους της
γέννας και ο πατέρας του τον παρέδιδε στη φροντίδα της Αργυρής.
Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δε βάραινε τη σκέψη του, επειδή τα αγνοούσε.
Επί πλέον, πεινούσε και ήθελε να φάει, διψούσε και ζήτησε νερό.
Ο Τοσσούν μπέης και οι βαθμοφόροι, με το μικρό ανάμεσα στα πόδια τους,
πάτησαν στην άμμο και έψαξαν να βρουν μαγειρείο, για να τους
περιποιηθούν. Δεν ήθελε ο φρούραρχος να διανυκτερεύσουν στην ξένη πόλη,
ούτε να τους βρει εκεί το σκοτάδι. Θα ξεκουραζόταν μόνο από το
μούδιασμα του καϊκιού, θα έριχναν λίγο σπίρτο στο λάρυγγα, για να πάει
κάτω το ανακάτεμα της θάλασσας, κι ύστερα θα ξεκινούσαν για το Πράβι.
Τους τράβηξαν οι μυρωδιές του μαγαζιού: Θαλασσινά πάνω σε κάρβουνα,
πράσινα των κήπων στο τηγάνι, σκόρδα και πίκρα από χόρτα. Τους μέθυσε η
αψάδα του τσίπουρου και τους ζάλισε ένα μίγμα μπαχαρικών.
- Ρας ελ χανούτ , είπε ένας βαθμοφόρος από το Μαρόκο, εννοώντας το μαγικό χαρμάνι που ανέπνεε. Ήξερε τη συνταγή.
Οι άντρες, πριν μπουν στο μαγαζί, άρχισαν να οραματίζονται εδέσματα και
να επιθυμούν γεύσεις. Ανέφεραν βραστή κεφαλή μόσχου, κεμπάπ από αρνάκι,
ντολμάδες με άνηθο και σαρμαδάκια με δυόσμο, ρύζι με σταφίδες,
παστοκύδωνο και κρέμες με κανέλα. Ο Μωχάμετ θα ζητούσε πίτα με μυτζήθρα
και βλαστάρια.
Όσο τους οδηγούσε η τσίκνα και πλησίαζαν, έφτανε στ’ αφτιά τους φασαρία
από φωνές και μουσική που έβγαινε από μέσα. Εντόπισαν δοξαριές βιολιών.
Μπήκαν και δε ξεχώρισαν σχεδόν τίποτε από τους ατμούς και το ντουμάνι
του καπνού. Όταν κάθισαν, διέκριναν τους μουσικούς.
Τρεις ήταν όλοι κι όλοι οι οργανοπαίχτες της ορχήστρας, και οι τρεις
τους βιολιτζήδες. Έπαιζαν ακατάπαυστα και κανένας δε μπορούσε να τους
σταματήσει. Δεν έδειχναν κουρασμένοι. Ήταν νέοι στο σώμα, άριστοι
δεξιοτέχνες και πανομοιότυποι στα καμώματα. Τα βιολιά τους όμως ήταν
διαφορετικά. Ένα αντίγραφο στραντιβάριους του πρώτου, γνήσιο μαγιάρικο
του άλλου και αυθεντικό βιεννέζικο του τρίτου. Οι εκτελέσεις και το
ρεπερτόριο ποίκιλαν. Αρεστοί σε όλα τα γούστα, δε χαλούσαν χατίρι σε
κανένα. Μερικές φορές, βέβαια, το παράκαναν με το κρεβέντο τους, γιατί
δεν τους ενδιέφερε μόνο το κέφι των άλλων, αλλά και το δικό τους, κι
αυτό το θεωρούσαν σπουδαιότερο. Τα δοξάρια τους ανεβοκατέβαιναν και οι
χορδές ανέδιδαν μελωδίες που χτυπούσαν κατ’ ευθείαν στα βάθη της ψυχής.
Έπαιζαν ομαδόν και κατά μόνας, επιτυγχάνοντας, άλλοτε όλοι μαζί το
άριστο της απόδοσης και άλλοτε ο καθένας χωριστά, αναλόγως του ταλέντου
που διέθετε, ώστε να ανεβάσει τη φήμη και να αναδείξει την αξία του.
Είπαν πως ο ένας ήταν από την Πόλη, ο άλλος από το Ικόνιο κι ο τρίτος
από την Αντιόχεια. Άλλοι πρόσθεσαν πως είχαν σπουδάσει την βυζαντινή
και την αραβοπερσική μουσική. Ένας απ’ αυτούς μάλιστα, εκείνος που
διετέλεσε τραγουδιστής στο παλάτι του σουλτάνου, είχε μαθητεύσει,
είπαν, κοντά στον περίφημο δάσκαλο Ζαχαρία τον Χανεντέ. Έλεγαν κι άλλα
που τους αφορούσαν, όση ώρα εκείνοι ξεσήκωναν τον τόπο με τα τσαλίμια
τους, τέτοια που κανένας δεν μπορούσε να εξακριβώσει το κατά πόσο ήταν
πραγματικά ή μη. Όπως, για παράδειγμα, το ότι τους είχαν διώξει από τα
ανατολικά παράλια κι αυτοί πήραν τους δυτικούς δρόμους κυνηγημένοι, με
μόνο εφόδιο τα βιολιά τους. Πότε και για ποιο λόγο συνέβη αυτό, σε
κανέναν δε μαρτύρησαν οι ίδιοι και κανένας δε γνώριζε την αλήθεια.
Ο Τοσσούν εξέτασε με το βλέμμα την πελατεία του οινομαγειρείου. Είδε
εργάτες, ταξιδευτές, και περιπτώσεις κερδισμένων του χρήματος. Διέκρινε
μερικούς που εύκολα τους χαρακτήρισε, χτυπημένους της μοίρας.
Μοναχικούς που, ούτε καφέ
φαίνονταν να γύρευαν, ούτε καφενέ στον καφενέ για φίλο έψαχναν.
Όλες οι φάρες του κόσμου, σκέφτηκε, και θυμήθηκε αυτό που του είχε πει κάποτε ένας ταξιδευτής.
- Αν δεν καθίσεις στης ταβέρνας το σκαμνί, δεν θα μάθεις ποτέ πόσες γωνίες έχει ο κόσμος.
Καμάρωσε κρυφά που ο ίδιος ξεχώριζε από τους υπόλοιπους θαμώνες. Όμοιος στο
παράστημα, τη στολή και το σπαθί, δεν υπήρχε στο μαγαζί.
Τα φαγητά που ήρθαν, απείχαν πολύ από τις αρχικές τους επιθυμίες:
γεμιστά θαλασσινά, τουρσί και παστουρμάς, πιλάφι με μέλι χρωματισμένο
με σαφράν. Ο φρούραρχος, αφού τα μύρισε, διέταξε να ρίξουν κι άλλη
σκόνη μπαχαρικών. Οι άντρες κοιτάχτηκαν και γέλασαν. Χάιδεψαν τα
μουστάκια τους και, ασυναίσθητα, κατέβασαν τα χέρια χαμηλά. Γνώριζαν
τις ιδιότητες που συνόδευαν το ερεθιστικό χαρμάνι. Όπως και το
κουκούλωμα της δυσοσμίας, αν χρειαζόταν, μ’ αυτό, όταν τα φαγητά
ξεπερνούσαν το όριο της σήψης.
Τα όρια της πείνας τους όμως δεν τους επέτρεπαν παρόμοιες αναφορές. Άλλωστε τα
φαγητά ήταν ζεστά και μύριζαν όμορφα.
Οι βιολιτζήδες έδειχναν να γνωρίζουν τις συνήθειες της πελατείας και,
ανάλογα με την περίπτωση, έπαιζαν το χαβά τους. Άλλοτε με τέμπο χαμηλό
κι άλλοτε ξέφρενο. Όταν δε είχαν ιδιαίτερο, οικονομικό, λόγο, έβαζαν
όλη τη μαεστρία τους για να πάρουν από τον πελάτη ακόμη και το ρούχο.
Ήθελαν πολλά γρόσια από ‘κείνον που υποψιάζονταν πως τα διέθετε. Γιατί
άλλωστε να μη τον ξαλαφρώσουν; σκεφτόταν. Γιατί να τα κρατάει φυλαγμένα
στο σεντούκι του; Σπίτι, δουλειά και καλή ψυχή; Αυτός ήταν ο
προορισμός των αντρών;
- Η απόλαυση πρέπει να πληρώνεται, έλεγαν. Να ξοδεύουν γι αυτήν, όπως της αξίζει.
Τα βιολιά τους απευθύνονταν, μια στα λεπτά αισθήματα της καρδιάς και
μια στα ευγενή κέντρα του μυαλού. Οπότε το θύμα δεν αργούσε να πεταχτεί
από τη θέση του
και να βρεθεί στο στενάχωρο άνοιγμα του μαγαζιού, επιδιδόμενο στην
τελετουργία του χορού. Οι μουσικοί ξεκινούσαν με καρσιλαμά ανατολίτικο,
περνούσαν στα νοσταλγικά της Θράκης, μετά στα τσιγγάνικα και συνέχιζαν
με μαζούρκες, καζάσκες και τσιφτετέλια. Βαρούσαν στο ψαχνό και έφταναν
μέχρι το κόκαλο. Ο χορευτής που σηκωνόταν, δεν είχε άλλη επιλογή παρά
να τους ασημώσει τις χορδές.
#
Από ποιον τόπο ξεφύτρωσε η γυναίκα; Ποιος την είχε δει μέχρι εκείνη τη
στιγμή και ποιος την προστάτευε; Πετάχτηκε ανάμεσα από τους άντρες,
στήθηκε στη μέση του μαγαζιού και άρχισε τα κουνήματα. Είχε μαύρα
μαλλιά, μάτια κάρβουνο και μέση πρόστυχη. Ο λαιμός της έγερνε στην
ασπράδα του χιονιού και τα χέρια της ανέβαιναν σα φίδια ζωντανά την ώρα
που ξυπνάνε από τον ύπνο του χειμώνα. Δεν έριχνε το βλέμμα της σε άλλο
βλέμμα κι αρνιόταν το ρακί που της πρόσφεραν. Χωρίς να σταματήσει το
χορό, άνοιξε πέρασμα ακολουθούμενη από τους δεξιοτέχνες των βιολιών.
Τέτοια ευκαιρία δεν χανόταν εύκολα. Φτάνοντας στη θέση των
στρατιωτικών, ο ρυθμός έγινε ξέφρενος και τα τσαλίμια ερεθιστικά. Δεν
αμάρτανε. Η αμαρτία της ήταν η αθωότητα που παρέχει το δικαίωμα μιας
επίθεσης. Επαναλάμβανε μια λέξη δισύλλαβη που την ξεσήκωνε και την
καθοδηγούσε. Δεν ήταν τουρκική, ούτε αρμένικη. Ο Τοσσούν την υπέθεσε
ρουμανική και συμπέρανε πως η γυναίκα ήταν τσιγγάνα.
Ο Μωχάμετ την έβλεπε και ήξερε πως δεν είχε ξαναδεί παρόμοιο ζωντανό.
Ήθελε ν’ απλώσει το χέρι και ν’ αγγίξει το φουστάνι της, αλλά δεν τον
άφηνε ο φόβος που είχε εισχωρήσει μέσα του.
Ένας βαθμοφόρος, πλημμυρισμένος από τη μυρουδιά της, αναστέναξε και, με μισό παράπονο, μισό περιγέλασμα, είπε:
- Α, ρε κόσμε άδικε. Αν είχα τύχη εγώ, η μάνα μου θα μ’ έκανε κορίτσι. Τότε να βλέπατε τζάμπα γλέντια!
Μ’ ένα επιφώνημα, άρπαξε το τύμπανο που κρατούσε ο μικρός και το
χτύπησε για το χατίρι της γυναίκας. Τότε, ίδιος με πληγωμένο αρπακτικό
ο Μωχάμετ, όρμησε και το τράβηξε πίσω. Το έχωσε ανάμεσα στα πόδια και
το σκέπασε με το σώμα του. Οι άλλοι, που δεν υποπτεύονταν μια τέτοια
αντίδραση, σάστισαν. Τους τρόμαξε ο βρυχηθμός που βγήκε από το στήθος
του Μωχάμετ και δε μίλησαν. Τα όργανα σταμάτησαν. Ο φρούραρχος κέρασε
τους μουσικούς, έβαλε αρκετά χρήματα στις χορδές των βιολιών, για να
φύγουν, και πρόσταξε τη γυναίκα να καθίσει. Παράγγειλε κι άλλο ρακί και
ζήτησε να φέρουν ζεστά φαγητά. Αυτή ψιθύρισε κάτι στο αυτί του παραγιού
και του έδειξε την πόρτα του δρόμου.
Το άρωμα που ανάδιδε ο κόρφος της τύλιγε με μια δεύτερη μέθη τον
Τοσσούν. Ο φρούραρχος την κοίταζε και την επιθυμούσε. Ήθελε να την
έπαιρνε στο Πράβι και να την έβαζε στο σπίτι του. Ζήτησε τ’ όνομά της.
- Χατιλά, του είπε εκείνη. Απ’ το Καρακιόι.
Έπιασε το χέρι του και το γύρισε ανάστροφα.
- Βλέπω τη μοίρα των ανθρώπων, είπε, κι εκείνος το τράβηξε ενοχλημένος.
Όταν τελείωσε το φαγητό της, έξω είχε πέσει ο ήλιος και ένα απαλό
σκοτάδι κατέβαινε από τα βουνά. Η νύχτα θα ήταν φωτεινή. Είδαν μια
ηλικιωμένη γυναίκα να κάθεται στο σκαλοπάτι. Τελείωνε με όλα της τα
δάχτυλα ό,τι είχε απομείνει στο πιάτο που στήριζαν τα πόδια της και
μάζευε τα ψίχουλα που περίσσεψαν στο βαθούλωμα του φουστανιού της.
- Η μάνα μου είναι, είπε η Χατιλά. Δε μπαίνει στα μαγαζιά των αντρών.
Οι δύο βαθμοφόροι την σήκωσαν και κατευθύνθηκαν όλοι για το χάνι που
ήταν έξω από τα τείχη. Ανέβηκαν επάνω και μοίρασαν τα δωμάτια: Ένα για
τις γυναίκες, ένα για τους τρεις άντρες με το παιδί. Ο Τοσσούν πήρε τον
Μωχάμετ στο στρώμα του κι οι βαθμοφόροι τραβήχτηκαν στη γωνία. Η
κούραση κι η μέθη, τους βύθισε στον ύπνο χωρίς καθυστέρηση.
Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να υπολογίσει πόση ώρα πέρασε, όταν άνοιξε η
πόρτα και μπήκε μέσα η τσιγγάνα; Όταν χώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα
του αξιωματικού κι ακούμπησε τη ρόγα της στα χείλη του;
#
Ο Μωχάμετ, εκείνη τη νύχτα, είδε ένα όνειρο.
Μια γυναίκα που πέρασε πάνω από το σώμα του την ώρα που κοιμόταν.
Δεν θα ψηλώσω άλλο, σκέφτηκε, κι ευθύς διέκρινε έναν πελώριο άντρα που
άρχισε να παλεύει με το σώμα της, δίπλα του. Δάγκανε τα στήθη της και
την πονούσε. Έχωνε το πρόσωπο στην πυκνότητα των μαλλιών της και η
ανάσα του πνιγόταν. Ανέβαινε στο σώμα της και την κυριαρχούσε. Η
γυναίκα ίδρωνε και σφάδαζε, σαν να είχε εισχωρήσει μέσα της ένας
δαίμονας. Από το βάθος του λαιμού της έβγαιναν λέξεις και βογκητά.
Επιθυμούσε να τινάξει το βάρος από πάνω της. Γι αυτό αγκάλιαζε τον
άντρα, του χάραζε την πλάτη με τα νύχια και τον τραβούσε μέσα της,
βαθιά. Εκείνος είχε μεταμορφωθεί σε δράκο που έβγαζε φλόγες από τη μύτη
και χτυπούσε την ουρά του στη γη. Ο Μωχάμετ για μια στιγμή νόμισε πως,
αν άπλωνε το χέρι θα τους άγγιζε, γιατί ήταν ξαπλωμένοι δίπλα του. Τους
ακούμπησε και ένα μαινόμενο πυρ απείλησε να λειώσει τις άκρες των
δαχτύλων του. Τραβήχτηκε. Τώρα τον τύλιγαν με τα χνώτα και τον ράντιζε
ο ιδρώτας τους. Οι μυρωδιές τους έμπαιναν μέσα του, μαζί με ένα γρήγορο
λαχάνιασμα. Τους σταμάτησε μια κραυγή λύκου.
Με τη σιωπή που επικράτησε, έφτασαν από τη γωνία του δωματίου χαμηλοί
αναστεναγμοί κι ένας ρυθμικός θόρυβος σκεπασμάτων. Οι βαθμοφόροι δεν
κοιμόταν.
Ο Μωχάμετ δε μπόρεσε να ξεχωρίσει, αν τελείωνε το όνειρο ή άρχιζε ένας
καινούργιος ύπνος, όταν στο νου του ήρθε η Άννα. Του είπε, είσαι
βαρύς, και τον έσπρωξε στο πλάι. Δεν πρόλαβε να τη σκεφτεί αρκετά,
γιατί είδε την ίδια γυναίκα να περνάει, αντίστροφα, πάνω από το σώμα
του, ν’ ανοίγει την πόρτα και να χάνεται.
Θα ψηλώσω, σκέφτηκε με ανακούφιση, και δεν είχε κουράγιο για τίποτε πια.
#
Το πρωί της άλλης ημέρας, δε μπήκαν στην πόλη.
Ο Μωχάμετ θα έβλεπε άλλη φορά το πατρικό του, κι άλλοτε θα γνώριζε τ’
αδέλφια του. Όσα ζούσαν ακόμη και όσα δεν είχαν σκορπίσει.
Έτσι αποφάσισε ο φρούραρχος για λογαριασμό του προστατευόμενού του.
Γνώριζε πως, μερικά από τα παιδιά του Ιμπραήμ είχαν πεθάνει και άλλα
είχαν φύγει γι αλλού, μετά τον απαγχονισμό του πατέρα τους. Του είχαν
πει ακόμη πως, ένα από τ’ αγόρια ανέλαβε να το αναθρέψει μια Εβραία.
Ο Τοσσούν, εκείνο το πρωί, ήταν δύσθυμος. Οι βαθμοφόροι δεν τόλμησαν να
ρωτήσουν κι εκείνος δεν τους είπε πως, το πρωί που ξύπνησε δεν βρήκε,
όσο κι αν έψαξε, το πουγκί του. Το είχε χώσει κάτω από το στρώμα τη
νύχτα, κι όταν το ζήτησε δεν ήταν στη θέση του.
Αυτό δεν το είπε σε κανέναν ο Τοσσούν. Δεν χτύπησε τα ζώα και δεν έβρισε.
Ούτε ζήτησε να κυνηγήσουν την τσιγγάνα. Θεώρησε την πράξη σχεδόν δίκαιη και την εξέλαβε ως ανταμοιβή.
Για ποιο λόγο λοιπόν ήταν δύσθυμος;
Ιππεύοντας οι τρεις άντρες, με τον Μωχάμετ ανάμεσα στα πόδια του
αξιωματικού, ακολούθησαν το δρόμο που ήταν χαραγμένος δίπλα στη
θάλασσα. Ανάμεσα από πέτρες, ρείκια και πλαγιασμένους από τους βοριάδες
πρίνους, ανέβηκαν τα υψώματα και τράβηξαν δυτικά.
* Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Το ελάχιστον της ζωής του, εκδ. Κέδρος 1999
[σελ. 119 – 126]
|