Περί Διαδρομών

diaΟ σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους, λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές του καιρού μας...Περισσότερα

Περί Στόχων

  Δεν σκοπεύουμε να γίνουμε άλλος ένας πολιτιστικός σύλλογος, αλλά ένας άλλος πολιτιστικός σύλλογος. Θέλουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες στις πολιτιστικές δράσεις. Να βρούμε πώς μπορούν να ενταχθούν και να λειτουργήσουν, τόσο στον τρόπο δράσης, όσο και στην εσωτερική οργάνωση και συμμετοχή των μελών..Περισσότερα

Πλωτές γυναίκες - απόσπασμα
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ ΖΕΥΓΟΣ ΔΟΥΚΑ έφθασε το Μάρτιο του 1920, μετά από ένα περιπετειώδες και εντυπωσιακό ταξίδι. Σχεδόν μια βδομάδα ταξίδευαν, έμπαιναν σε άγνωστα λιμάνια, αναχωρούσαν και συνέχιζαν: Αλεξάνδρεια, Πειραιάς, Νεώριον Σύρου, και ένα υγρό πρωινό βρέθηκαν στον κόλπο της Καβάλας.

- Φτιαγμένη από θάλασσα! θαύμασε η Ευδοκία.

«Από δύο θάλασσες», έκανε την πρώτη σύγκριση με την Αλεξάνδρεια, που μόλις είχαν εγκαταλείψει. Το θέαμα που αντίκριζε όσο πλησίαζαν, μετέτρεπε την πρώτη εντύπωση σε άλλες παρεμφερείς ή ανόμοιες. Μια αίσθηση Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης, Αλεξάνδρειας αναδυόταν από δω κι από κει. Οι μιναρέδες των τζαμιών που ανυψώνονταν προκλητικά δίπλα στη γλυκύτητα των τρούλων και τα καμπαναριά με τον ευδιάκριτο σταυρό που προεξείχαν από τα κεραμίδια των χαμηλών σπιτιών, την αποπροσανατόλιζαν.

Το αντικαθρέφτισμα της πολιτείας στα νερά βαφόταν με τα χρώματα του ουρανού, την κλίμακα των κτισμάτων και τη λεπτή γραμμή ενός κυπαρισσιού. Αποθήκες εκτείνονταν μέσα στη θάλασσα, ενώ στην αμμουδιά αφθονούσαν τα στοιβαγμένα καυσόξυλα.       
- Με στραμμένα τα νώτα στον πιο όμορφο κόλπο της Μεσογείου, απόρησε ο Κωνσταντίνος.
Η πίσω πλευρά των καπναποθηκών σχημάτιζε έναν ωχρό τοίχο, τα θεμέλια του οποίου βρέχονταν από τη θάλασσα.
- Εδώ είναι η Μέκκα του καπνού, είπε, και σκέπασε την πλάτη της Ευδοκίας. Εδώ θα γίνουμε πλούσιοι.

*

- Αυτή η πολιτεία, θα τον ενημερώσει αργότερα ο καπνέμπορος Ευγένιος Ιορδάνου, με τον τρόπο που γίνεται το εμπόριο των καπνών, πρώτα δένει με τον έξω κόσμο κι ύστερα με την υπόλοιπη Ελλάδα. Θα δεις να κυκλοφορούν στους δρόμους της, όλο το χρόνο, έμποροι από την Ευρώπη, την Αμερική και την Αίγυπτο. Να κάνουν βίζιτες στα δουλεμένα καπνά και να κλείνουν κοντράτα για να τα σηκώσουν το χειμώνα. Πρόξενοι και υποπρόξενοι ξένων κρατών, που ασχολούνται παράλληλα με το εμπόριο του καπνού, πρωτοστατούν στη διαμόρφωση των τιμών, ανεβάζοντας ή κατεβάζοντας ανάλογα την τιμή της λίρας. Από τον Σεπτέμβριο αρχίζει το φόρτωμα για τα λιμάνια του Λονδίνου, της Κωνσταντινουπόλεως, της Οδησσού, της Αλεξάνδρειας, της Γένοβας, της Μασσαλίας. Κάθε τέτοια εποχή σ’ αυτή τη θάλασσα δε θα δεις καράβι ελληνικό. Έρχονται ξένα σκαριά, βουβά και θεόρατα, χιλιάδες τόνων, κλείνουν τον κόλπο και μέσα σε μία ασταμάτητη και δαιμονική κίνηση αρχίζουν να φορτώνουν. Οι δρόμοι και η προκυμαία αντηχούν και δέρνονται από το πάνε κι έλα της συναλλαγής. Δεκάδες κάρα και αυτοκίνητα φορτωμένα ως επάνω με τα στοιβαγμένα δέματα κατεβαίνουν γοργά από τις αποθήκες να προφτάσουν τα βαπόρια που όλο βιάζονται να σαλπάρουν. Και όταν φύγει η δουλεμένη σοδειά του καπνού, ό,τι απομείνει στέλνεται στον Πειραιά, την Καλαμάτα, το Βόλο, στα εκεί καπνεργοστάσια για να γίνει τσιγάρο ή να περιμένει την τύχη του τον άλλο χρόνο. Παράλληλα με τη σοδειά που φεύγει, έρχεται από τα καπνοχώραφα και μπαίνουν στις αποθήκες τα καινούργια ξεραμένα φύλλα. Άλλος μεγάλος κύκλος. Μελίσσια οι καπνομεσίτες εξορμούν στα ορεινά χωριά, ανοίγουν τιμές, αγοράζουν, ζυγίζουν και φορτώνουν στα φορτηγά. Χιλιάδες άνδρες και γυναίκες του Παγγαίου και της Θάσου πιάνουν τις σιδερένιες πορτάρες των μαγαζιών από την νύχτα μέχρι να κατεβούν οι γραμματικοί να ξεκλειδώσουν και να αρχίσουν να καλούν. Θέλει μεγάλη τύχη να πιάσει κάποιος δουλειά από την πρώτη μέρα. Τα χέρια είναι πολλά, πιο πολλά από όσα χρειάζονται, κι όσοι πιαστούν από την πρώτη ώρα θα εξασφαλίσουν μεροκάματο μέχρι τον Σεπτέμβριο. Από κει κι ύστερα τα καπνομάγαζα, άλλο μπροστά άλλο πίσω, κλείνουν και τα κτίρια γίγαντες, άδεια από εργάτες, βουβαίνονται. Σ’ αυτό τον κύκλο περιστρέφεται εδώ και εκατό περίπου χρόνια η καλή ζωή αυτού του τόπου. Μόνο που, κάθε φορά που μπαίνει στο λιμάνι φορτηγό με ξένη σημαία να φορτώσει καπνά, το ζήτημα της πολιτείας βγαίνει στην επιφάνεια.

*

Ο Κωνσταντίνος, που αγνοούσε για την ώρα το ζήτημα της πολιτείας, αγκάλιασε τρυφερά την Ευδοκία. Σάλιωσε τους έλικες του αυτιού της και δάγκωσε τον λοβό.
- Εδώ θα σε κάνω βασίλισσα, της ψιθύρισε. Πλουσία.  
Την έσφιξε, να τη λιώσει. Τη σήκωσε ψηλά και στροβιλίστηκε μαζί της τρελά. Της υποσχόταν πάλι και πάλι, παραλογισμένα.
Ξαφνικά, λες και χτυπήθηκε από κεραυνό ή πνεύμα, σταμάτησε. Έστρεψε προς την ανατολή και, με όση επισημότητα του επέτρεπε η ασθμαίνουσα ανάσα του, ανήγγειλε την έναρξη της βάπτισης. Επικαλέσθηκε την ευλογία του Θεού και του Αυτοκράτορα. Το νερό και το μύρο όλων των θαλασσών. Ό,τι πομπώδες έρχονταν στο επηρμένο του μυαλό. Με την επίκληση όλων των επί της γης, θαλάσσης και αέρος δυνάμεων, προσέδωσε κύρος και εγκυρότητα στο μυστήριο που επιτελούνταν.
- Σ’ αλλάζω το όνομα, αναφώνησε. Σ’ ονομάζω  ΠΛΟΥΣΙΑ .
Μια στυφή σταγόνα ιδρώτα κατρακύλησε μέχρι την άκρη των χειλιών του. Άφησε κάτω την νεοβάπτιστη. Με την ανάστροφη της παλάμης του σκούπισε τα δάκρυά της που έκαιγαν. Ήταν σχεδόν ευτυχισμένος.   
Την ώρα που ο ήλιος της νέας του πατρίδας ολοκλήρωνε το σχήμα του.

*

Με την είσοδό τους στο λιμάνι, φαντάστηκε την πολιτεία σαν γυναίκα θελκτική που δε ξύπνησε εντελώς. Δεν επιθυμούσε να απαλλαγεί από τη γλυκύτητα του ύπνου και παρέμενε στο κρεβάτι, ζεστή και μυρωδάτη. Τα σκεπάσματα που την προστάτευαν την νύχτα, είχαν τραβηχτεί εξαιτίας των ασυναίσθητων κινήσεων που προκάλεσαν τα όνειρα, αποκαλύπτοντας τη λείανση της δεξιάς ωμοπλάτης και την θηλή από τον ένα της μαστό. Η κρουστή σάρκα της ηλέκτριζε, καθώς εμπλέκονταν αποκαλυπτικά στο αιώνιο παιχνίδι σαγηνευτή και σαγηνευομένου. Τα πόδια της έστεκαν, ξεδιάντροπα, ανοιχτά, με λυγισμένα τα γόνατα.   
Έδωσε στη θηλυκή πολιτεία τη διάσταση του εδώ που με ταχύτητα πλησίαζαν και του εκεί  που μόλις είχαν εγκαταλείψει. Θυμήθηκε τις αισθησιακές διακοσμήσεις των αιγυπτιακών σιγαρέτων που την ανέφεραν. Η διάθεση αναπόλησης του παρελθόντος έμοιαζε καθοριστική. Ένα πιθανό μέλλον τελείωνε και ένα άλλο, πραγματικό, ξεκινούσε.   
- Πήγαινε να αλλάξεις φόρεμα και παπούτσια, προέτρεψε την Πλουσία. Χτενίσου και βάψε τα χείλη σου. Θέλω να γίνεις όμορφη.
Από το πλοίο έριξαν την άγκυρα και τα μικρά πλεούμενα του λιμανιού πλησίαζαν για την παραλαβή επιβατών και εμπορευμάτων. Στην προκυμαία περιφέρονταν ένα πυκνό πλήθος ανθρώπων και ζώων. Αριστερά περίμεναν χειράμαξες, ιππήλατα οχήματα και ένα επιβατικό vis-à-vis.

*


Ο Κωνσταντίνος κάλεσε το μόνο επιβατικό που υπήρχε στην προκυμαία. Ο αμαξάς έδινε  την εντύπωση ανθρώπου κοσμοπολίτικης ντεκαντέντσιας που τον ξέβρασε εδώ κάποιο μοιραίο κύμα, όπου βρήκε κάτι ικανό να συντηρεί τις αυταπάτες του.
Προτού πάρει εντολή εκείνος, άρχισε τη σύσταση πολυτελών, όπως τα χαρακτήρισε, ξενοδοχείων που φιλοξένησαν περιηγητές που παρέμεναν σ’ αυτά, ακόμη και μήνες.
- Το Ακταίον, άρχισε από το καλύτερο, προσφέρει όλας τας ανέσεις. Το Χεδιβιάλ της Γερμανίδας μαντάμ Κόνια Κολ διαθέτει τρεχούμενο νερό. Μπαίνει πολύ στη θάλασσα κι απ’ το μπαλκόνι του ο Δεσπότης ρίχνει το σταυρό των Φώτων. Το Μέγα Ξενοδοχείον είναι το μικρότερο όλων.
Ο Κωνσταντίνος τον διέταξε να κατευθυνθεί προς το εντυπωσιακό κτίσμα που είχαν ξεχωρίσει από το πλοίο. Δε μπήκε καν στον κόπο να ρωτήσει κατά πού πέφτει το Δημαρχείο.
Εκείνος τους πέρασε από στενούς δρόμους, πλημμυρισμένους από οσμές σκουπιδιών, φαγητών και περιττωμάτων. Πίσω από τη μεγάλη πύλη, πολύχρωμα καρότσια πουλούσαν πυργωτές σκόνες από κόκκινα, κίτρινα, πορτοκαλί, ψιλά ή χοντρά μπαχαρικά. Η μυρωδιά τους τούς τρέλανε.
- Τι είναι αυτά, ρώτησε ο Κωνσταντίνος, προσποιούμενος Ευρωπαίο κοσμοπολίτη.
- Μπαχάρ, σερ, βιάστηκε να του απαντήσει εκείνος. Όχι “γιούλ μπαχάρ”, μπαχάρ αληθινά, ανταπέδωσε το πείραγμα. Κανέλες, κύμινο, παπαρούνες, ζαφόρια, λογής λογής τρίμματα.
Κάτω από τις αψίδες του Υδραγωγείου βρισκόταν η αγορά του χαλκού. Τα μπακίρια  γυάλιζαν στον ήλιο. Πίσω ξεπρόβαλλε ο μιναρές του τζαμιού του Χακί Αλί πασά. Δεξιά οι υγροί θόλοι κάποιου λουτρού. Στα παράθυρα λαμπίριζαν χρωματιστά βιτρώ με παραστάσεις. Αριστερά το επιβλητικό τζαμί του Ιμπραήμ αγά.
- Ο θεός είναι ένας, όπως και να τον πεις, απολογήθηκε για την παρουσία του τεμένους ο αμαξάς.
Πίσω από την απατηλή αίσθηση που προκαλούσε το τείχος των καπναποθηκών και οι  πολυτελείς κατοικίες της παραλίας, την πολιτεία αποτελούσαν λασπωμένα σοκάκια, ξύλινα κατά το πλείστον σπίτια, τα τούρκικα νεκροταφεία στον ομφαλό της πλατείας, τζαμιά, μιναρέδες και τέσσερα δέντρα. Τα εκτεθειμένα εμπορεύματα παρέμεναν στην χωρίς λιμάνι παραλία, στη διάθεση των κυμάτων. Γύρω οι λόφοι ήταν γυμνοί, χωρίς πράσινο. Οι Δούκα αντίκριζαν μια εικόνα απογοήτευσης, χωρίς να χρειαστεί να προσθέσουν τα φέσια των αργόσχολων.
Το εντυπωσιακό κτίσμα που είχαν ξεχωρίσει, έδειχνε σαν μικρογραφία πύργου της Ουγγαρίας, με επάλξεις, πυργίσκους, παραστάσεις και οικόσημα.
«Αυτό πρέπει να είναι το Δημαρχείο», εξακολουθούσε να συμπεραίνει ο Κωνσταντίνος, παρά την ανάγλυφη επιγραφή στην κεντρική μετώπη: M. L. HERZOG & Cie.
Παρέσυρε την Πλουσία και ανέβηκαν τη διπλή, από λευκό μάρμαρο, σκάλα. Όταν εισχώρησαν στο εσωτερικό του, βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα λαβύρινθο από άλλες σκάλες, αδιέξοδους διαδρόμους και αναρίθμητες κλειστές πόρτες. Άνοιξε μία και μπήκαν. Ένας πανύψηλος άνδρας, ντυμένος αριστοκρατικά, πενήντα περίπου ετών, βιάστηκε να σηκωθεί από εκεί που ήταν σκυμμένος. Ταυτοχρόνως ακούστηκε ένα λεπτό γάβγισμα και ένα μικροσκοπικό καφέ κουτάβι ράτσας spaniel έκανε την εμφάνισή του. Τα αυτιά του κρέμονταν στο πάτωμα και η τρεμάμενη κοκκινωπή γλώσσα του παλλόταν. Ο κύριος το σήκωσε, το ακούμπησε στο στήθος του και του πρόσφερε ένα χοντρό κομμάτι γερμανικής σοκολάτας.
- Τον κύριο Ευγένιο Ιορδάνου, ανέφερε εις την ελληνικήν το όνομα εκείνου που αναζητούσε ο Κωνσταντίνος.
Αμφέβαλλε ήδη για την απάντηση, αφού υπολόγιζε τον δήμαρχο, στην ίδια μεν με τον άγνωστο του γραφείου ηλικία, κατά πολύ δε κοντύτερο, σύμφωνα με τις λεπτομερείς περιγραφές του Αλεξανδρινού.
Η Πλουσία διαισθάνθηκε τη σύγχυση και κρύφτηκε πίσω από την πλάτη του. Λίγο έλειψε να ανατρέψει μια ανθοστήλη με ζουμπούλια και κρινάκια. Οι υποδείξεις περί κοκεταρίας και φινέτσας που είχε δεχθεί στο πλοίο, είχαν πάει περίπατο.  
Ο άγνωστος κύριος τους εξέταζε από την κορυφή ως τα νύχια. Έκανε μια σειρά βουβών υπολογισμών που αφορούσαν τη σπουδαιότητα των επισκεπτών του. Επάνω στο γραφείο υπήρχαν οι σημαίες της Αυστρίας και της Ουγγαρίας. Στον απέναντι τοίχο δέσποζε το πορτραίτο του βασιλιά Αλέξανδρου.
«Ίδιο με της λέσχης», το συνέκρινε ο Κωνσταντίνος μ’ εκείνο της Αλεξάνδρειας.
Η Πλουσία είχε εστιάσει την προσοχή της σε ένα διακοσμητικό σκεύος από επισμαλτωμένη πορσελάνη, με επίχρυσες προσθήκες που παρίστανε ναό Βάκχου. Ο μικροσκοπικός θεός σκέπαζε τα γυμνά του μέλη με καρπούς και φύλλα αμπέλου. Στη βάση ένας πολυπρόσωπος θίασος νυμφών επιδίδονταν σε χορευτικές φιγούρες.
Αναρωτήθηκε αν της αρέσει η σύνθεση και αποφάσισε πως όχι.
Ο άγνωστος κύριος έδειχνε να διασκεδάζει με την όλη κατάσταση, συνεχίζοντας να τους παρατηρεί. Η ομορφιά, τόσο της νέας όσο και του νέου, του φάνηκαν εντυπωσιακές. Τέτοιες που μόνο στις ακτές της Μεσογείου συναπαντιόταν. Στον νέο απέδωσε την αριστοκρατικότητα, ευγένεια και καλοσύνη των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως που κατά καιρούς είχε γνωρίσει. Στην νέα κάτι αδιόρατο της Ανατολής.
Άπλωσε το χέρι στον Κωνσταντίνο.
- Adolf Vicks, αυτοσυστήθηκε, προφέροντας με βόρεια προφορά τα πολλαπλά σύμφωνα.  
Αναζήτησε το χέρι της Πλούσια για χειροφίλημα.
Ο Κωνσταντίνος κοίταζε τα ίχνη σοκολάτας που είχαν αποτυπωθεί στην παλάμη του και κολλούσαν ενοχλητικά.
Εκείνος, αφού ολοκλήρωσε το χειροφίλημα τους πέρασε στο σαλόνι. Δεν θα τους επέτρεπε να φύγουν, δήλωσε, αν δε δοκίμαζαν το κρασί της νέας του σοδειάς. Έδειχνε να εξασκεί μια πρώιμη ομηρία απέναντι των νέων, αντίβαρο της μοναξιάς που πρόδιδε το δαιδαλώδες κτίριο. Ρωτούσε να μάθει τα πάντα που τους αφορούσαν.
Ο Κωνσταντίνος, εντυπωσιασμένος από τον πλούτο που τον περιέβαλλε, βούλιαξε αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα. Κολακευμένος από την υποδοχή που προέκυψε, μετά το δεύτερο ποτήρι κρασί, ξεκίνησε την εξιστόρηση από τη δόξα του Βυζαντίου και την αυτοκρατορική καταγωγή του. Από τον οίκο των Δουκών, μέχρι την ανέγερση του εργοστασίου μετάξης στην Κωνσταντινούπολη. Στην Αλεξάνδρεια, συνέδεσε τις δραστηριότητές του με το εμπόριο βάμβακος και καπνού. Η περιγραφή της σχέσης του με την καπνεμπορική εταιρία GIORDANOU ήταν άκρως πειστική. Τερμάτισε με την αναζήτηση του δημάρχου, Ευγένιου Ιορδάνου.    
Όση ώρα παραληρούσε, αισθανόταν να τον διαπερνά το βλέμμα του πατέρα του. Χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να βλέπει ολόκληρη την προηγούμενη ζωή του όμορφη και λαμπερή. Το μέλλον του φωτεινό.   
Ο Άντολφ Βιξ έδειχνε εντυπωσιασμένος, όχι τόσο από το ευφάνταστο οδοιπορικό όσο από την ευγλωττία, ευελιξία και πειθώ του Κωνσταντίνου. Το θράσος του. Ο λόγος του νέου καταπράυνε το μυαλό του, που κινδύνευε τελευταία να καταντήσει τόσο αφιλόξενο σε οτιδήποτε ευχάριστο, όσο κι ένα σπίτι χωρίς παράθυρα σε χαρούμενους ενοικιαστές. Πρόθυμος να ενδώσει στο παιχνίδι αλήθεια-ψέμα, έκλεισε στις τεράστιες παλάμες του το χέρι του Κωνσταντινουπολίτη, εν είδη συμφωνίας. Του ζήτησε να μείνει κοντά του, να δουλέψει γι αυτόν, χωρίς να του αποκαλύψει ότι ο εκτιμητής καπνών που διέθετε τον είχε παρατήσει, προσφεύγοντας σε κάποια γερμανική εταιρεία σιγαρέτων.    
- Αν μείνεις, θα σου μπολιάσω τις γνώσεις μου για τον καπνό, υποσχέθηκε.
Η λάμψη των ματιών πρόδιδε την επιθυμία του να τάξει ακόμη περισσότερα.
- Όσο για τα καπνά του Αιγυπτιώτη, θα σε βοηθήσω εγώ να τα αγοράσεις, τον βεβαίωσε.

* Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Πλωτές γυναίκες, εκδ. Κέδρος 2002
[σελ. 72 – 81]  

 

 

 

Προσθήκη σχόλιου


Λέσχη Αναγνωστών

 

Το blog του συλλόγου