Περί Διαδρομών

diaΟ σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους, λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές του καιρού μας...Περισσότερα

Περί Στόχων

  Δεν σκοπεύουμε να γίνουμε άλλος ένας πολιτιστικός σύλλογος, αλλά ένας άλλος πολιτιστικός σύλλογος. Θέλουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες στις πολιτιστικές δράσεις. Να βρούμε πώς μπορούν να ενταχθούν και να λειτουργήσουν, τόσο στον τρόπο δράσης, όσο και στην εσωτερική οργάνωση και συμμετοχή των μελών..Περισσότερα

Μοιρασμένα χιλιόμετρα - απόσπασμα
Είμαι είκοσι έξι χρόνων, με μυαλό τριάντα έξι, σαράντα έξι... Έχω ζήσει δύο, τρεις και πέντε, μπορώ να πω, ζωές. Δεν είναι λίγες οι φορές που γύρισα τη ζωή μου ανάποδα, την τίναξα και την έστησα πάλι όρθια. Δε θυμάμαι να ήμουν ποτέ αθώος. Κι αν ήμουν κάποτε, πέταξε νωρίς. Πολύ νωρίς νομίζω πως κατάλαβα τα παιχνίδια των μεγάλων, τις ψιθυριστές τους συζητήσεις, τα υπονοούμενα… Από πολύ νωρίς δεν ήθελα να πέφτω θύμα. Γι αυτό μ’ αρέσει να έχω το πάνω χέρι στον έρωτα και στο γαμήσι. Θεωρώ ότι ο κόσμος μου χρωστάει κάτι καλύτερο από μια ζωή στον πάτο του σωρού.
Μ’ αρέσει το χρήμα, μ’ αρέσουν οι συναλλαγές. Η δύναμη που προσφέρουν τα κάθε είδους πάρε δώσε. Ερωτικά ή οικονομικά αλισβερίσια, δεν έχει να κάνει. Όταν δένουν μεταξύ τους, ο καλύτερος συνδυασμός. Μ’ αρέσει να βαδίζω συνεχώς κι ακούραστα. Σαν τον τίγρη, σαν το πούμα. Να στριφογυρίζω στη ζούγκλα των πόλεων κι ας αισθάνομαι, μερικές φορές, τα νύχια μου κομμένα. Οι διαδρομές ίδιες και γνωστές. Μ’ αρέσουν τ’ ακριβά αυτοκίνητα, οι γρήγορες μηχανές. Έχω μια Kawasaki που σφυρίζει. Καθρέφτες, νίκελ, οι καμπύλες της όλες αστράφτουν. Κούκλα την έχω της βιτρίνας. Όταν την έφερνα στο σπίτι, δε συλλογιζόμουν την ευχαρίστηση και τον τρόπο που την απέκτησα, όσο το ψέμα που έπρεπε να πω για να εξηγήσω στη μάνα μου πού βρήκα τα λεφτά. Έτρεμα το βλέμμα, τις φωνές της. Την κυριαρχία της. Έπρεπε να βρω ένα ψέμα πιστευτό, στο οποίο ίσως πρόσθετα κι ένα δεύτερο, και που θα αναγκαζόμουν να επαναλάβω πολλές φορές ώσπου να το μάθω απ’ έξω. Να το πιστέψω κι εγώ ο ίδιος στο τέλος για να μην κάνω πατατιές. Τους φίλους μου δεν τους υπολόγιζα, τσακάλια εκείνοι σε κάτι τέτοια, θα καταλάβαιναν. Όταν, λοιπόν, την κουβάλησα σπίτι, η μάνα μου κόντευε να πάθει αποπληξία. Το στόμα της ξεχείλωσε απ’ την έκπληξη. Άρχισε βροχή τις ερωτήσεις: Πού τη βρήκες και με τι λεφτά την αγόρασες. Με τις φωνές ξέχασα το ψέμα που προετοίμασα για να πω και της είπα άλλα αντ’ άλλων. Άσ’ τα να πάνε… Από κει κι ύστερα, τι να της εξηγούσα… Στο διάβολο, ας σκεφτόταν ό,τι ήθελε. Την εγκατέλειψα βουτηγμένη στις υπόνοιες. Πάντως, έτσι κι αλλιώς, το εργαλείο την άραξε έξω, στην αυλή. Έκανε τη μόστρα του, ομορφαίνοντας τη γειτονιά. Όλα κι όλα, μπορεί να μην ήξερα αν στο τέλος της κάθε μέρας θα είχα να φάω, ήξερα όμως ότι είχα να καβαλήσω την μπέμπα μου. Την Kawasaki την βάφτισα Kawa. Από πού βγαίνει; ρώτησαν τα καρντάσια. Απ’ την καύλα. Ντύνομαι, σενιαρίζομαι και ρίχνω μια ματιά στον καθρέφτη. Μαύρο πέτσινο μπουφάν, μαύρες δερμάτινες μπότες, μεγάλα γυαλιά του αεροπόρου. Δένω κόκκινο φουλάρι στο λαιμό και τραβάω ψηλά τον καβάλο… Αυτός είσαι, μόρτη. Αγκαλιαζόμαστε, η Kawa μου κι εγώ και χανόμαστε. Με τα παιδιά οργανώνουμε αγώνες, Πέμπτες ή Κυριακές, πότε στην Εθνική, πότε στην παραλιακή. Σούζες, κόντρες και τα τοιαύτα. Αυτό, ξέρεις, είναι σαν το δάγκωμα του βρικόλακα. Άπαξ και σου συμβεί μια φορά, δε φεύγει ποτέ και με τίποτα. Εξάλλου πέφτουν χοντρά λεφτά. Καλή κονόμα. Και καλός κίνδυνος. Εμένα με φυλάει ο Άγιος Καβαλάρης. Αλλά δε βαριέσαι, όλα εδώ είναι γραμμένα κι εδώ: στο κούτελο και στ’ αρχίδια. Με τρελαίνει η μυρωδιά της βενζίνης, ο θόρυβος της εξάτμισης. Εξαίσιο θυμίαμα το χαρμάνι τους. Τα χαρτιά και η ρουλέτα είναι το πάθος μου. Η αδυναμία μου, οι γυναίκες. Εκείνες που μου αρέσουν είναι γλυκές και με μια απαλή έκφραση γύρω απ’ το στόμα. Γουστάρω τις ξανθές - ας είναι και βαμμένες νερόσουπες - ενώ τα μαλλιά της μάνας μου είναι μαύρα. Διαλέγω τις μικρές για μόστρα και τρελίτσες. Τις μεγαλύτερες για χαρτζιλίκι. Καπνίζω αρειμανίως. Το μαύρο το έχω για ιδιαίτερες στιγμές. Μέχρι εκεί φτάνω, φούντα και μαύρο, όχι παραπέρα. Ποτέ μου δεν τρυπήθηκα, ούτε χαπακώθηκα. Στο διάβολο χάπια, σιρόπια και τρυπάκια. Δε πιάνομαι κορόιδο εγώ. Είδαν και είδαν τα μάτια μου στο Πεδίο του Άρεως, στην Κουμουνδούρου, στη Σάντα Φωφώ… Τη βρίσκω όταν βυθίζομαι στο σκοτάδι των κινηματογράφων μόνος. Κυρίως όταν παίζει αστυνομικά και περιπέτειες. Δε γουστάρω άνθρωπο κοντά μου σε ακτίνα τεσσάρων καθισμάτων. Όσες φορές τόλμησε να καθίσει - δήθεν τυχαία και ανέμελα - κάποιος δίπλα μου, τον πήρε και τον σήκωσε. Του γάμησα τα πρέκια. Τα μπινελίκια που έριξα έκοψαν την ταινία. Μ’ αρέσει η θάλασσα, καλοκαίρι και χειμώνα. Αποτραβιέμαι σε ερημικές παραλίες και ξεχνιέμαι. Δε γουστάρω να διαβάζω, να βλέπω θέατρο, ν’ ακούω σπαζαρχίδικη μουσική. Σε μια φάση, στην Αθήνα, κάποια ήθελε να με πηδήξει συνοδεία κλασικής μουσικής. Ίδρωσα μέχρι να χύσω. Μ’ αποτρελαίνουν τα σκάφη, τ’ αεροπλάνα. Ό,τι με πάει μακριά απ’ αυτή την κωλοπόλη που ζω. Μέχρι πότε; αναρωτιέμαι. Δε βλέπω φως στον ορίζοντα και κάνω την πάπια. Μέχρι να πιάσω την καλή. Τι άλλο μπορώ να κάνω από το να περιμένω. Τη βρίσκω στα λουσάτα μαγαζιά. Να διαλέγω διάφορα, να με γδύνουν, να με ντύνουν γαμπρό. Με καυλώνουν τα πολυτελή ξενοδοχεία με πισίνα, σάουνα, μπαρ και πρωινό σε μπουφέδες είκοσι μέτρων και βάλε. Αν διαθέτουν και καζίνο, ακόμα καλύτερα. Όπως εκείνο στη Χαλκιδική. Στάθηκα στη ρουλέτα δίπλα σε κάποιον χοντρό με φαλάκρα, που άρχισε να κερδίζει αβέρτα. Όταν κίνησα να φύγω, μου φέρνεις γούρι, μου είπε, μείνε δίπλα μου. Πόνταρε τα διπλάσια στο νούμερο που του υπέδειξα και έπιασε διάνα. Η μπίλια εκείνο το βράδυ τρελάθηκε για πάρτη του. Μου πρόσφερε τα κέρδη και ανεβήκαμε στη σουίτα του για ποτό. Εκεί κάπνισα για πρώτη φορά πούρο. Ίσως σήμερα μπορώ να θεωρήσω εκείνη τη συνάντηση ως αφετηρία για τη συμμαχία μου με το διάβολο. Μ’ αρέσουν τα πούρα. Είναι χοντρά, χνουδάτα. Με μεθάει ο καπνός τους. Μ’ ανεβάζει η αίσθηση ότι είμαι καπνέμπορος, μεγαλοβιομήχανος, εφοπλιστής... Το πούρο με τυλίγει σε καπνούς από χρυσό, κασσίτερο κι ατσάλι. Δε γουστάρω τις επιταγές, προτιμώ τα μετρητά. Το ζεστό χρήμα άλλο πράμα. Δε βάζω μπελάδες στο κεφάλι. Εκτός κι αν είναι σε δωράκια, χρυσοί αναπτήρες, καδένες με μονόγραμμα, ταυτότητες του χεριού και τα τοιαύτα. Η Νέλλυ χαιρόταν και καμάρωνε κάθε φορά που μου πρόσφερε παρόμοια μπιχλιμπίδια: γυαλιά ηλίου, μπλουζάκια, μέχρι μαγιό μου κουβάλησε η τρελαμένη. Το πιο κουφό ήταν όταν έφερνε βιβλία και CD. Δεν έλεγα τίποτα, τι να ‘λεγα, δηλαδή. Τα πάσαρα στη Λίτσα. Όταν εκείνη έβαλε κάποια φορά ν’ ακούσουμε τη μουσική, σκέτο ξενέρωμα. Έπεσε το γέλιο της αρκούδας. Έχω στο σπίτι κρυμμένο ένα τενεκεδένιο κουτί από μπισκότα που ρίχνω μέσα όλες αυτές τις μαλακίες. Κυρίως όσα κομμάτια είναι από χρυσό, από ασήμι ή έχουν πολύτιμες πέτρες. Κάποτε το ανακάλυψε η μάνα μου. Άρχισε κλέφτη να μ’ ανεβάζει, κλέφτη να με κατεβάζει. Από πού τα σούφρωσες και ποιο μαγαζί πάτησες, καταραμένο. Στη φυλακή θα σαπίσεις, προεξοφλούσε το μέλλον μου. Όση ώρα εκείνη ωρυόταν, σκεφτόμουν εκείνο τον τύπο απ’ την Κρήτη, που έκοψε το κεφάλι της μάνας του απ’ τη ρίζα, το έβρασε στο καζάνι κι ύστερα καθόταν και το κοίταζε… Εγώ θα έτρωγα τη γλώσσα και το μυαλό… Σίγουρος και ασφαλής ότι την εξόντωσα τελικά και ότι το πνεύμα της δε θα με ξαναενοχλούσε, θα αποθήκευα το υπόλοιπο βραστό στο ψυγείο. Πού ξέρεις, μπορεί να μ’ έδειχνε κι η τηλεόραση. Η Λίτσα, όταν της άνοιξα το ίδιο κουτί, δε ρώτησε τίποτα. Διάλεξε μια στριφτή, χρυσή αλυσίδα και την πέρασε στο λαιμό. Το βράδυ στο κλαμπ η αλυσίδα άστραφτε, η Λίτσα καμάρωνε. Στην παραλία που καταλήξαμε ξεχειλίζαμε από ευτυχία, λες και κολυμπούσαμε σε αφρούς από σαμπάνια. Η γκόμενα τα έδωσε όλα. Μ’ έγλειψε από κορυφής έως ονύχων.  

*

Το είπα και θα το ξαναπώ: Το σώμα μου, αυτό είναι που έχω όλο κι όλο.
Κάτι μου λέει ότι η ψυχή μου, για μια σύντομη στιγμή, κατοικεί μέσα σ’ αυτό το σύμπλεγμα από σάρκα και οστά. Κάτι άλλο με βεβαιώνει ότι είμαι ένα ζώο όπως όλα τα ζώα. Κλείνω στο δεύτερο, στο «άλλο».
Ποτέ δε σκέφτηκα πού θα μπορούσαν να με οδηγήσουν αυτές οι σκέψεις. Μάλλον πουθενά. Μερικές φορές μάλιστα πάω κόντρα και δε θέλω να σκέφτομαι. Λέω απλά τις σκέψεις μου σε κανένα κολλητό, μόνο και μόνο για ν’ απαλλαγώ απ’ αυτές.
Ελπίζω πως, όταν το κορμί μου κουραστεί, το κορμί μου θα ξέρει. Προς στιγμή τ’ αφήνω να ζήσει. Ξέρω πως όλα μια μέρα θα χαθούν, θα γίνουν σκόνη νιάτα κι ομορφιά. Θα μείνω με το τομάρι μου, χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς κι ακόμη χωρίς Θεό. Προς το παρόν μαθαίνω την τέχνη τού να αρέσω. Προσπαθώ να τη μάθω καλά. Αυτές είναι οι σπουδές μου. Το χρυσό βραχιόλι στο χέρι.

*

Τριγυρίζω τις νύχτες, φέρνοντας βόλτα όλες τις συνοικίες. Κρυφοκοιτάζω μέσα απ’ τα ξένα παράθυρα, όταν οι άνθρωποι τ’ αφήνουν ανοιχτά. Χάνομαι στο λαβύρινθο των δρόμων, στα αδιέξοδα ανηφορικά καλντερίμια, στα γύρω υψώματα. Εκεί μ’ αρέσει να περιφέρομαι άσκοπα. Σε μια στροφή που δεν ξέρεις, μπορεί να παραμονεύει η έκπληξη. Γιατί, παρ’ όλα αυτά, και παρ’ όλο που ζω τόσα χρόνια σ’ αυτή τη γαμημένη πόλη, δεν έχω πάψει να εκπλήσσομαι. Χωρίς να ξέρω από τι.
Καλό είναι αυτό ή κακό;  


* Απόσπασμα από το μυθιστόρημα Μοιρασμένα χιλιόμετρα, εκδ. Κέδρος 2004
[σελ. 231 – 237] 

 

 

Προσθήκη σχόλιου


Λέσχη Αναγνωστών

 

Το blog του συλλόγου