Περί Διαδρομών

diaΟ σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους, λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές του καιρού μας...Περισσότερα

Περί Στόχων

  Δεν σκοπεύουμε να γίνουμε άλλος ένας πολιτιστικός σύλλογος, αλλά ένας άλλος πολιτιστικός σύλλογος. Θέλουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες στις πολιτιστικές δράσεις. Να βρούμε πώς μπορούν να ενταχθούν και να λειτουργήσουν, τόσο στον τρόπο δράσης, όσο και στην εσωτερική οργάνωση και συμμετοχή των μελών..Περισσότερα

H λύση της πίσω όψης - Διήγημα
Το τετρακινητήριο τέρας, με τον κλιματισμό αναμμένο, έκανε πολύ θόρυβο όταν ανέβαινε την ανηφόρα που οδηγούσε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, σκαρφαλωμένο στον μεγάλο ορεινό όγκο της Ροδόπης. Πάρκαρε στην είσοδο, στο χείλος του γκρεμού, όπου και το στέγαστρο των επισκεπτών με την απέραντη θέα των βουνών, όπου ορεινοί οικισμοί διακρίνονταν διάσπαρτοι ανάμεσα στο οργιαστικό πράσινο. Τέλη Ιουνίου ήταν και οι αγριοφράουλες των υψομέτρων κινητοποιούσαν τους περαστικούς, που τις έψαχναν με μανία.
Μάλλον φυσιολάτρες, παρά προσκυνητές, σκέφτηκε ο καλόγερος Ησύχιος, μια ψιλόλιγνη, ξερακιανή φιγούρα, με πλούσιο πυκνό, μαλλί και γένι, που διακονούσε το μικρό μοναστήρι με άλλους δύο.

Τα παιδιά των δύο ζευγαριών ξεχύθηκαν στο γύρω χώρο κι ο Ησύχιος άκουγε επιφωνήματα θαυμασμού για τη θέα, μετά πλησίασαν οι δυο κυρίες της παρέας και τελευταίοι οι σύζυγοι- κυνηγοί με τις φούχτες γεμάτες αγριοφράουλες.
-Θα μπούμε να το δούμε; ρώτησε η μια.
-Να μην αργήσουμε, πρότεινε η άλλη, δεν θα βρούμε τραπέζι στο Αγνάντιο, το κατσικάκι και το κοκορέτσι τελειώνουν γρήγορα, πλακώνει κόσμος κυριακάτικα.
-Όλο στο φαί έχετε το μυαλό σας, δεν περπατήσαμε καθόλου στη φύση. Να χάσουμε και κάνα γραμμάριο βρε αδερφέ, πρότεινε ο πιο εύσωμος της παρέας, ντυμένος με φόρμα και παπούτσια αθλητικά της Κυριακής, που υποδήλωναν πως δεν είχε καμιά σχέση με τον αθλητισμό.
Μπήκαν μέσα. Με την ψευδοκατάνυξη των επισκεπτών που δεν νογάνε.
Ο Ησύχιος τους έκοψε έναν προς έναν, αμφίεση, συμπεριφορά, φωνές και ομιλία, στάσεις του σώματος, σεβασμό και βαθμό χυδαιότητας. Κατέληξε πως επρόκειτο για μορφωμένους ανθρώπους, ελεύθερους επαγγελματίες ή καθηγητές. Εκείνοι εκστασιάσθηκαν από τη θέα της χαράδρας και ζήτησαν να μάθουν πως το έκτισαν εκεί πάνω. Τους εξήγησε, κι ενώ ακόμη μιλούσε ,εκείνοι έσπευσαν να εξαφανιστούν, για να καταναλώσουν στο υποτυπώδες μαγαζί του μοναστηριού. Ο Ησύχιος εξέθετε τα έργα των χειρών του. Σελιδοδείκτες, είτε πλεγμένους και κεντημένους, είτε καμωμένους από μέταλλο και ξύλο, με απεικονίσεις από βυζαντινά διακοσμητικά μοτίβα, μαχαίρια για κόψιμο σελίδων, πρες παπιέ και ξύλινους ημεροδείκτες, εικόνες και είδη εικονοστασίου. Έριχναν τις ματιές τους μάλλον περιφρονητικά και μόνο μια κυρία έμεινε καρφωμένη στους σελιδοδείκτες.
-Τι κοιτάς , τη ρώτησε η βιαστική παρέα της.
-Μου αρέσουν οι σελιδοδείκτες.
-Μπα, αλήθεια; Φετιχίστρια;
-Γιατί; Εσύ τρελαίνεσαι με τα κουτάκια. Τα μαζεύεις στις βιτρίνες σου απ’ όλο τον κόσμο και απορείς που συλλέγω σελιδοδείκτες;
Της υπενθύμιζαν εποχές, ανακαλούσαν μνήμες. Τους ξεχνούσε στα βιβλία της και της επανέφεραν εποχές που είχαν περάσει. Κάτι σαν το βουτηγμένο μπισκότο. Κι έβρισκε αυτούς που είχε μπροστά της να έχουν κάτι περίεργο, χωρίς να είναι σκέτο χριστιανικοί συνδύαζαν κάτι παγανιστικό, κοσμικό, εικαστικό.
-Μας περιμένουν έξω, τα παιδιά ανυπομονούν .
-Προχώρα κι έρχομαι.
Δεν αποφάσιζε ποιους θα αγόραζε, κατέληξε σε τέσσερις και πήγε να πληρώσει τον Ησύχιο που την κοίταζε ίσια στα μάτια.
Εκείνος της πρόσφερε έναν ακόμη. Τον ωραιότερο και ακριβότερο, απιθώνοντάς τον με τα ρέστα στην ανοιγμένη της παλάμη. Μόλις τα χέρια τους ήρθαν σε επαφή η καθηγήτρια κυκλώθηκε από μια ενέργεια. Ο Ησύχιος της άφησε τον σελιδοδείκτη και της είπε :
-Με θυμάστε;
-Από που; Βοηθείστε με.
-Από παλιά.
-Όχι , δεν μπορώ …..
-Αφήστε το δεν πειράζει. Να πάτε στο καλό.
Έστρεψε τα νώτα και χάθηκε, σχεδόν χωνεύτηκε πίσω από μια βαριά, πένθιμη κουρτίνα.
Στο χέρι της έμεινε ο σελιδοδείκτης που της απίθωσε τρυφερά, αλλά και η ενέργειά του, που την διαπέρασε.
Βγήκε έξω ζαλισμένη και μπερδεμένη. Δεν κατάλαβε τι συνέβη. Αναρωτιόταν τι είδους συναισθήματα είχε εμπνεύσει στον καλόγερο. Από που την ήξερε, πως δεν τον γνώρισε, τι σήμαινε αυτή η συμπεριφορά του. Έψαξε τους σελιδοδείκτες και παντού έβλεπε μονογράμματα του μοναστηριού. Μόνο σ’ εκείνον, που της χάρισε ο ίδιος έγραφε Μπόριανη ’65 και τα αρχικά του Κ.Φ. στην πίσω όψη.
Α, ναι , στην Μπόριανη υπηρέτησε μόλις διορίστηκε, κι εκεί ένας τελειόφοιτος μαθητής της την ερωτεύτηκε. Απέκρουσε τον ερωτά του. Την πολιόρκησε. Ε ,όχι και να καταδικαστεί στο οροπέδιο, στο χωριό με τις λάσπες και να παντρευτεί έναν κατά πέντε χρόνια νεότερό της. Ήταν και η διαφορά επιπέδου. Η διάψευση των ονείρων της.
Την επόμενη χρονιά μετατέθηκε και απώθησε τον σκληρό, παγωμένο κόσμο της μεθορίου. Χάθηκαν έτσι κι η απόγνωση εκείνου, τα αισθήματα που δεν της ενέπνευσε, το πάθος που τον βασάνιζε και η ανταπόκριση που δεν βρήκε. Το θεώρησε μετεφηβικό καπρίτσιο, τίποτα σοβαρό, τον έσβησε από τη μνήμη της.
Κρατώντας τον σελιδοδείκτη στα χέρια της αντιλήφθηκε το τεράστιο παγόβουνο του πάθους του.
Για πρώτη φορά.
Και τελευταία.

 

 

Προσθήκη σχόλιου


Λέσχη Αναγνωστών

 

Το blog του συλλόγου