|
Από την παρουσίαση του βιβλίου Σκοτεινός Βαρδάρης, (Κέδρος 2004), της Έλενας Χουζούρη.
Εκδήλωση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας, 09-7-08.
Ανάγνωση κειμένων από την Παρασκευή Φετά.
1η ανάγνωση σε. 9-11

Θα ήταν καλό, ακούγοντας αυτό το πρώτο απόσπασμα της σημερινής βραδιάς,
να είχατε στα χέρια σας το βιβλίο, έτσι ώστε να μπορέσετε να δείτε στο
εξώφυλλο τη φωτογραφία που αποτέλεσε και το έναυσμα για την συγγραφή
του πρώτου αυτού μυθιστορήματος της Έλενας Χουζούρη. Του γάλλου
φωτογράφου, Ωγκύστ Λεόν, στα 1913, στο Σιδηρόκαστρο, εμφανίζει τους
Έλληνες πρόσφυγες που έφτασαν εκεί, μετά την συνθήκη του Βουκουρεστίου,
σύμφωνα με την οποία η πατρίδα τους, το Μελένικο, παραχωρούνταν στην
Βουλγαρία.
Η φωτογραφία έχει την αξία του ντοκουμέντου,
φέρει τη μελαγχολία του παρελθόντος και την βουβή οδύνη ανθρώπων που
πέρασαν στη λήθη, έχοντας πρώτα ζήσει τη ζωή τους μέσα σε ταραχώδεις
καιρούς. Από αυτή τη λήθη, και από αυτό το πλήθος των προσώπων, η
συγγραφέας θα επιχειρήσει να διασώσει έναν, τον Στέφανο Φουρτούνα, τον
παππού της, που αναγνωρίζει ανάμεσα στους συμπατριώτες του που τον
περιβάλλουν. Θα προσπαθήσει να αναστήσει τη ζωή του, με εφόδια το
ημερολόγιο που κρατούσε ο ίδιος ο διδάσκαλος, Στέφανος Φουρτούνας, την
ενδελεχή πραγματολογική έρευνα στην οποία αποδύθηκε η συγγραφέας,
απαραίτητη για την ακριβή αναπαράσταση ενός κόσμου που έχει αποσυρθεί
από την σκηνή και παραμένει αβέβαια γαντζωμένος από τα τελευταία ξέφτια
συλλογικής μνήμης, αλλά και τη συγγραφική της φαντασία που καλείται να
καλύψει τα όποια κενά.
Έναυσμα λοιπόν για το πρώτο αυτό μυθιστόρημα της Χουζούρη, η φωτογραφία
μελών της εκπατρισμένης ευημερούσας ελληνικής κοινότητας του Μελένικου,
στο τέλος του 2ου βαλκανικού πολέμου.
Δυο αρχικές επισημάνσεις: Σε μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος η
Χουζούρη χρησιμοποιεί μια δευτεροπρόσωπη αφήγηση. Αυτό δεν το συναντάμε
συχνά στην λογοτεχνία, ίσως γιατί το 2ο πρόσωπο μπορεί να κερδίζει σε
θεατρικότητα, ενέχει όμως τον κίνδυνο της διολίσθησης προς ένα
μελοδραματισμό, απαιτεί επομένως ιδιαίτερα προσεκτικούς χειρισμούς.
Η δεύτερη επισήμανση είναι πως, από το ξεκίνημα κιόλας, στην ιστορία
συναντάμε πολλά στοιχεία τα οποία αγγίζουν την περιοχή των παραμυθιών
και των θρύλων. Ρομαντικούς έρωτες, κατάρες που ταξιδεύουν γενεές,
φλογερά πάθη, μοιραίες αντιπαλότητες, βαθιές φιλίες. Ένα ρομαντικό
ιστορικό μυθιστόρημα, λοιπόν, από αυτά που πρωτογνώρισε η λογοτεχνία
γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα και στα οποία υπερτερεί το συναίσθημα, η
ονειροπόληση, η μελαγχολική διάθεση;
Σκοτεινός Βαρδάρης. Βαλκανική μυθιστορία έρωτα και απώλειας:
Η ιστορία ξεκινά από το Μελένικο, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα,
στις παραμονές των βαλκανικών πολέμων. Οι εθνικές κοινότητες του
Μελένικου συμβιώνουν υπό το καθεστώς μιας εύθραυστης συνύπαρξης, πολλές
φορές μέσα σε καχυποψία, σε εχθρότητα, άγονες γενικά προοπτικές που
όμως δεν καταφέρνουν να εμποδίσουν την ανθοφορία του έρωτα, της φιλίας,
κυρίως της παιδικής, των αισθημάτων που δεν γνωρίζουν ή δεν
αναγνωρίζουν φραγμούς, αντίθετα συχνά τρέφονται από την, έστω και
προσωρινή, πολυεθνική επιλογή της ιστορίας. Η αφήγηση μεταφέρεται στη
Θεσσαλονίκη, ταξιδεύει ενδιαμέσως στο Παρίσι, επιστρέφει στη χαμένη
πατρίδα, για να αποσυρθεί από εκεί, και, μαζί με τα κάρα των προσφύγων,
να καταλήξει οριστικά στη νέα πατρίδα, το Σιδηρόκαστρο.
Ως βεβαιωμένα ιστορικά πρόσωπα, με βασικό ρόλο στα μυθιστορηματικά
δρώμενα, εντοπίζουμε 2 γάλλους: Τον τραπεζίτη Αλμπέρ Καν: Ουμανιστής,
ειρηνιστής, υπέρμαχος της συνεργασίας και της συναδέλφωσης των λαών,
διαθέτει από την μεγάλη περιουσία του για το προσωπικό του όραμα, το
όραμα των Αρχείων της Γης. Είναι μια φιλόδοξη προσπάθεια καταγραφής,
όχι των πολεμικών επιχειρήσεων - ο πόλεμος γι’ αυτόν σηματοδοτεί μια
ανωμαλία που πρέπει να εξαλειφθεί - αλλά καταγραφή των ανθρώπων στα
πλαίσια της φυσικής ροής της ζωής τους. Οικιακές κι επαγγελματικές
δραστηριότητες, ενδυμασίες, έθιμα, καθημερινές συνήθειες. Στις
αποστολές που χρηματοδοτεί συμμετέχει και ο φωτογράφος Ωγκύστ Λεόν, τον
οποίο ήδη αναφέραμε, και ο οποίος θα παίξει καταλυτικό ρόλο στην
κυρίαρχη ερωτική ιστορία. Ως σύντομες αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα, θα
ξεχωρίσω μία, τους φωτογράφους και κινηματογραφιστές αδελφούς Μανάκη,
(πιθανόν σας είναι άγνωστοι, όπως άγνωστοι ήταν και σε μένα μέχρι
πρόσφατα, μια εκδρομή μου στην Αβδέλα έγινε η αφορμή να μάθω γι’ αυτούς
και το έργο τους) πρωτοπόροι φωτογράφοι και κινηματογραφιστές των αρχών
του προηγούμενου αιώνα, τους ξεχωρίζω για τον λόγο πως ακόμα και η
σύντομη αναφορά σ’ αυτούς τους επιβεβαιώνει την στενή σχέση του
μυθιστορήματος με τη φωτογραφική σχέση. Πράγματι, διαβάζοντας το βιβλίο
είχα την εντύπωση ενός συγγραφέα που ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ παλιών
φωτογραφιών, φωτογραφιών μιας ασπρόμαυρης εποχής, τις οποίες
αναλαμβάνει να προσδώσει χρώμα, ήχο, κίνηση, να εμπλουτίσει με λόγια,
πράξεις, αισθήματα, συμβάντα. Εδώ έχουμε στ’ αλήθεια κάτι εξαιρετικό,
λέμε πως η λειτουργία του γραπτού λόγου είναι μαγική κι αυτό επειδή
στην ουσία αυτό που συμβαίνει όταν διαβάζουμε, είναι ότι βλέπουμε ψηφία
της αλφαβήτου τα οποία, με μια μαγική διαδικασία, ο εγκέφαλός μας τα
μετατρέπει σε εικόνες. Στο Σκοτεινό Βαρδάρη, έχουμε αμφίδρομη αυτή τη
διαδικασία, έχουμε δηλαδή μια συγγραφέα που περιδιαβαίνει τις
φωτογραφίες, μεταπλάθει τις εικόνες τους σε αλφαβητικά ψηφία, τα οποία
με τη σειρά μας μετατρέπουμε πάλι σε εικόνες.
Το 2ο απόσπασμα που επέλεξα ν’ ακούσετε, δεν είναι το
αντιπροσωπευτικότερο του συγγραφικού ύφους του βιβλίου, ωστόσο, παρ όλη
τη βιαιότητα καταφέρνει να διατηρεί μια νοσταλγία και έναν παρελθόντα
ρομαντισμό, στοιχεία που κυριαρχούν στο Σκοτεινό Βαρδάρη. Είναι η σκηνή
στην οποία ο Στέφανος θα χάσει έναν από τους καλύτερους φίλους του, για
τα μάτια μια ωραίας μικρής Τουρκάλας.
2η ανάγνωση, σελ 116-117
Στους κεντρικούς, τώρα, χαρακτήρες του μυθιστορήματος: Δυσκολεύομαι
να βρω έναν που να μην αποσπά τη συμπάθεια της Χουζούρη, έναν που η
συγγραφέας να μην καταφέρνει να τον κάνει αγαπητό και σε μας. Πιασμένοι
στην τανάλια της ιστορίας, περνούν τα καλύτερα χρόνια της ζωής, κάτω
από ουρανούς δυσοίωνους. Οι οιωνοί προαναγγέλουν συμφορές. Την
παιδικότητά τους διασώζει η φυσική ανεμελιά, η αψήφιστη ενατένιση των
μελανών νεφών που σωρεύονται στον ιστορικό ορίζοντα, η αδιαφορία τους
για τα ενωμένα φρύδια, τα ανήσυχα βλέμματα, τις προτρεπτικές ή και
εκφοβιστικές ρήσεις των μεγάλων. Ο παιδικός αυθορμητισμός διεκδικεί τα
αυτονόητα προνόμια της ηλικίας, τα οποία και θα διατηρήσουν εν πολλοίς
μέχρι την εφηβεία, όπου πια, οι θύελλες που εξέτρεφαν οι βαλκανικές
συνθήκες αναπότρεπτα ξεσπούν. Μέσα σ’ αυτές τις θύελλες θα βρεθούν να
παλεύουν για να υπερασπίσουν τις ιδέες, τα ιδανικά, τον έρωτά τους, όχι
όμως πια από τα ίδια, αλλά από διαφορετικά μετερίζια.
Από τη μια λοιπόν, το Μελένικο, η εποχή της παιδικής αθωότητας, οι
κοινότητες, που παρ’ όλη την καχυποψία, συμβιώνουν ειρηνικά, οι φόβοι
που μπορούν όμως ν’ απαλύνονται μέσα στην ευημερία, στα τραγούδια του
πρώτου γραμμοφώνου, στο εκλεκτό κρασί που παράγουν τα φημισμένα
αμπέλια. Από την άλλη η Θεσσαλονίκη, όπου ο Στέφανος Φουρτούνας φτάνει
στα 1911, για να σπουδάσει και, ταυτόχρονα, να γνωρίζει τον έξω κόσμο
και να ανακαλύψει τον εαυτό του. Η περιήγηση του φωτογραφικού -
αφηγηματικού φακού στους δρόμους της πολυεθνικής Θεσσαλονίκης, (θέατρα,
λαμπερά ζαχαροπλαστεία, πολυτελή ξενοδοχεία, κοσμική ζωή), μας
αποκαλύπτει την πόλη που κάποτε υπήρξε: Μια πραγματική παγκόσμια
μητρόπολη, καιρό πριν ο εθνικισμός υπερβάλλει στους λαούς τον
πατριωτισμό, εξαλείψει τα χρώματα και επιφέρει μια άχαρη μονοτονία, σ’
αυτήν, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, για να θυμηθούμε
ομόλογες πόλεις και ανάλογες καταστάσεις.
Ας πλησιάσουμε τους ήρωες κι ας τους παρατηρήσουμε κάπως εγγύτερα,
για να δανειστώ λίγο από το ύφος του βιβλίου. Θα έλεγα πως οι ήρωες του
Σκοτεινού Βαρδάρη είναι τέκνα μιας ρομαντικής εποχής, όπως αυτή
αναφάνηκε, ένα περίπου αιώνα πριν από τον μυθιστορηματικό μας χρόνο,
στην Ευρώπη. Είναι ποιητικές μορφές, είναι ιδεαλιστές. Εμφορούνται από
τις υψηλότερες των ιδεών, διατηρούν την αγνότητα των αισθημάτων τους,
εμπνέονται από ευγενή όνειρα, είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν ζωή και νιότη
για τα πιστεύω τους. Πιθανόν να είναι ξεπερασμένοι, με τα μέτρα της
δικής μας εποχής. Είναι οι άνθρωποι που θα λέγαμε πως δίνουν το
παράδειγμα, οι πιστοί στις αρχές τους, εφοδιασμένοι με όλες τις
προδιαγραφές του δυνητικού ήρωα, κάποιοι τους άλλωστε θα αξιωθούν να
γίνουν τέτοιοι. Η αφοσίωσή τους κερδίζει την εκτίμησή μας, ασχέτως της
πλευράς όπου ετάχθησαν, ασχέτως του πόστου στο οποίο τους έστειλαν
ανώτερες από αυτούς δυνάμεις, ασχέτως αν βγήκαν νικητές ή νικημένοι,
ασχέτως αν οι αξίες τους ίσως φαντάζουν παρωχημένες στην εποχή μας.
Προσωπική μου γνώμη είναι πως αυτό τους καθιστά περισσότερο συμπαθείς.
Σε κάθε τους στιγμή, και πάντα με αξιοπρέπεια, δίνουν σε ιδεολογικά,
συναισθηματικά και πολεμικά πεδία τον αγώνα τον καλό. Πατρίδα, φιλία,
έρωτας, είναι ισάξια και άξια για να θυσιαστείς ιδανικά. Τις ιδέες τους
πάντα θα γεφυρώνουν οι πράξεις, και, μοιραία, κάποιοι τους θα
ακολουθήσουν τη μοίρα των ρομαντικών τους ινδαλμάτων.
3η ανάγνωση, σελ.249-251
 Αρκετά
περίεργα κινείται η γυναικεία μορφή του έργου, η Ελένη. Ή μήπως όχι, αν
σκεφτούμε πως η παρουσία της προσιδιάζει άριστα στο περιβάλλον στο
οποίο αναπνέει η ιστορία μας. Στον Σκοτεινό Βαρδάρη η ωραία Μελενίκια
είναι μια αχνά ζωγραφισμένη πινελιά ενός ερωτικού τετραγώνου που τη
συνδέει με τον Έλληνα Στέφανο, τον Βούλγαρο Γκεόργκι, τον Γάλλο Ωγκύστ
Λεόν. Μέχρι και το τελευταίο από τα πέντε κεφάλαια, η Ελένη κυκλοφορεί
με τις ιδιότητες ενός ιδανικού. Εμφανίζεται και εξαφανίζεται ως
οπτασία, σε γωνιές, δρόμους, μαγαζιά, η φευγαλέα παρουσία της αφήνει
μόνο μια ευεργετική αλλά και βασανιστική αύρα στις σκέψεις και στις
καρδιές αυτών που την ανταμώνουν. Ότι ξέρουμε γι’ αυτήν, για την
ευγένεια, τη χάρη, την ομορφιά της, το μαθαίνουμε μέσα από τις σκέψεις
τους. Χωρίς να το επιδιώκει, κατέχει τη δύναμη να γεννά τον έρωτα μέσα
από το άγγιγμα μιας ματιάς, αυθόρμητο, αθώο, απονήρευτο, κι ως ωραία
Ελένη ενός άλλου μύθου, θα αποτελέσει αντικείμενο της ερωτικής
διεκδίκησης. Άυλη κι ανέφικτη, λοιπόν, σαν ιδανικό, θα γίνει άθελά της
το μέτρο με το οποίο θα μετρηθούν οι αρχές και οι αξίες των ηρώων μας.
Θα αποκτήσει ύλη, σώμα, και μορφή στο τελευταίο μόνο μέρος του
μυθιστορήματος, εκεί όπου η σκόνη κατακαθίζει, η κούραση των μαχών
εξαντλεί, τα κέρδη και οι απώλειες καταχωρούνται και αποδίδονται. Ως
ομηρική θεά, τρωτή όμως κι ευάλωτη στο πρόσταγμα της δικής της καρδιάς,
θα χαρίσει την εύνοιά της στον εκλεκτό, και θα αποσυρθεί οριστικά από
το μύθο και τις ζωές των υπολοίπων, τραβώντας κι αυτή για μια νέα
πατρίδα, για μια νέα ζωή.
Πίσω της μένει η μοναξιά στις καρδιές των χαμένων και η σκόνη από τα
κάρα όπου στοιβάζονται άνθρωποι και περιουσίες. Το ξακουστό κρασί
χύνεται στους δρόμους, καλύτερα να το πιεί το χώμα παρά οι εχθροί. Το
Μελένικο, τόσο κοντά, λίγα μόλις χιλιόμετρα από το Σιδηρόκαστρο, στην
άλλη όμως πλευρά των συνόρων, θα μείνει στη μνήμη τους μόνο οδυνηρή
απώλεια, καθώς το αντισταθμιστικό κέρδος της Θεσσαλονίκης, και άλλων
πόλεων για την ελληνική πλευρά, υπερέχει. Και η δική τους μνήμη,
φυλαγμένη σε φωτογραφίες, ημερολόγια, ντοκουμέντα, θα μείνει βαθιά
θαμμένη, μέχρι τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να ψάξει στις κρύπτες
του χρόνου και ν’ ανασύρει τα ευρήματα.
4η ανάγνωση, σελ 229-231
Ό,τι προηγήθηκε ήταν παρουσίαση, ό,τι ακολουθεί είναι καθαρά
προσωπική εκτίμηση, την οποία και ουδεμία υποχρέωση έχετε να
συμμεριστείτε: Δουλεύοντας πάνω σε θέματα που αφορούν χαμένες πατρίδες,
γεγονότα προσφυγιάς, ερωτικά δράματα, προσωπικές μνήμες, που τόσο
συγγενεύουν και με τις μνήμες των δικών μας κοντινών προγόνων,
επιπροσθέτως η γεωγραφική τοποθεσία των δρώμενων ενισχύει την
βορειοελλαδική οικειότητά μας με το μυθιστόρημα, όλα αυτά λοιπόν
μαρτυρούν, αλλά θα μπορούσαν και να καταμαρτυρούν, πως η Χουζούρη
επιλέγει να παίξει με δυνατά χαρτιά. Να κινηθεί σ’ ένα χώρο που
απευθύνεται άμεσα στο θυμικό κι επακόλουθα στις ασφαλείς αναγνωστικές
προτιμήσεις του μεγάλου κοινού. Αυτό όμως που διαφοροποιεί το Σκοτεινό
Βαρδάρη από ανάλογα βιβλία είναι το γεγονός πως η συγγραφέας
χρησιμοποιεί εν πολλοίς τα παραπάνω στοιχεία, τα χειρίζεται όμως με
ευαισθησία και σεβασμό, απορρίπτοντας τις συνταγές, και καταφέρνοντας
με τα γνωστά δομικά υλικά να χτίσει ένα εντελώς προσωπικό οικοδόμημα.
Οι ποιητικές καταβολές της Χουζούρη, φανερές στη γραφή, δεν την
παρασύρουν στην επιτήδευση, η βιωματική όμως σχέση με τον κεντρικό ήρωα
πιθανόν όμως να θεωρηθεί πως γλυκίζει με υπέρμετρο συναισθηματισμό το
αποτέλεσμα. Εξάλλου θεωρώ πιθανό πως τα δυνατά στοιχεία του βιβλίου
είναι αυτά που θα μπορούσαν να εκληφθούν κι ως αδυναμίες από ορισμένους
αναγνώστες, ανάλογα της ιδιοσυγκρασίας, της ιδεολογίας, και των
προσδοκιών τους. Η υπερεθνική της αντίληψη δεν αποδυναμώνει το φως του
ελληνοκεντρικού προβολέα, η ιστορική κοσμογονία δεν υπερισχύει του
ερωτικού δράματος, η ρεαλιστική δύναμη του ντοκουμέντου δεν υπερέχει
της μαγείας του παραμυθιού. Ακόμα και η ‘αδικημένη’, η μη ισότιμη
παρουσία του Γκεόρκι στα τετραγωνικά του κειμένου που του αναλογούν θα
μπορούσε να εγείρει ενστάσεις.
Αναμφίβολα όμως, σε μια εποχή εικονικής πραγματικότητας, η Χουζούρη
έρχεται με αυτό το βιβλίο για να μας υπενθυμίσει πως, παρ’ όλη τη
δύναμη και τη διάδοση της εικόνας, ο τρόπος της λογοτεχνίας παραμένει
ανυπέρβλητος. Χάρη σ’ αυτή γνωρίζουμε εποχές, τόπους και ανθρώπους που
προϋπήρξαν των σύγχρονων εφευρέσεων, αυτή καταφέρνει να καταδύεται στις
ψυχές, αυτή να ανασύρει, και να αποδίδει όσα δεν μπορεί ο τελειότερος
φακός. Θεωρώ το Σκοτεινό Βαρδάρη ως ένα δείγμα μόνο από τα εκατομμύρια
βιβλία που θησαυρίζουν τα ράφια των βιβλιοθηκών - Αρχείων της Γης, και
σε γραπτή μορφή υλοποιούν και να κάνουν πράξη το όραμα ενός παλιού
Γάλλου τραπεζίτη.
Τελειώνω με μια εντελώς αυθόρμητη σκέψη…. Κλείνοντας το βιβλίο δεν
μπόρεσα να μη σταθώ μια τελευταία φορά στη φωτογραφία-έναυσμα του
εξωφύλλου. Ανάμεσα στα θαμπά ξέθωρα πρόσωπα, ένα έντονο χρωματισμένο,
νεανικό. Αυτό που ζωντάνεψε που ευτύχησε την αθανασία, που διατήρησε τα
χρώματα που παρατηρούμε να ξεθωριάζουν στις μορφές των υπολοίπων.
Παρατηρώντας την λοιπόν, μου ήρθαν στο νου οι «Αργοναύτες» του
Σεφέρη, οι συντρόφοι, που ήταν καλά παιδιά, ανάλλαχτοι μέσα στην
αλλαγή, στο κουπί όλη μέρα, αγόγγυστοι, αλλά τώρα από αυτούς δεν μένει
τίποτα, μόνο τα κουπιά, όρθια στις ακτές, να σημαδεύουν το μέρος που
βρίσκονται οι τάφοι τους. Κανείς δεν τους θυμάται πια. Δικαιοσύνη.
Όλοι της φωτογραφίας είχαν παρόμοιες με τον Στέφανο Φουρτούνα, ίσως και
ακόμα συναρπαστικότερες, ζωές, αλλά μόνον αυτός κέρδισε την αθανασία.
Τους άλλους δεν θα τους θυμάται κανείς. Αρέσει δεν αρέσει, και σύμφωνα
με τον ποιητή, αυτή είναι της ιστορίας η δικαιοσύνη.
5η ανάγνωση 270-271
|