|
Αυτή…
Πολλές φορές ο ουρανός γεννά το μαύρο
φόρεμα της μάνας μου
που εκτελέστηκε δίκαια
στο μαντρότοιχο του γειτονικού μας σπιτιού•
οι ώρες τότε κυλούν σα βραχνάς
τη στιγμή που φαντάζομαι το λερωμένο
και φθηνό
γαλάζιο φόρεμά μου
ν’ ανεμίζει σα σημαία
προ του αποσπάσματος.
Οι ώρες αδειάζουν σα φρεναπάτη
που ακολουθεί μια συγκεκριμένη λογική σχεδόν αλληλουχία.
Θυμάμαι ένα όνομα – Χανς –
που φαντάζει στο γλαυκό ξημέρωμά μου
σα λαβωμένο, μερωμένο πουλί.
Δεν τραγουδώ πια• σταμάτησα να ελπίζω
σε λησμονημένα, παλιά εμβατήρια
ή σε στίχους που μας χάριζαν μιαν ατέρμονη
ευτυχία.
Τα νυχτολούλουδα αφήνουν πέταλα ξερά
κι οι μερωμένες γλαύκες τιτιβίζουν
όταν ανοίγω το παράθυρο του άδειου
σπιτικού μου.
Τραγούδα μου•
μοιάζεις με ονειρεμένο μονοπάτι
που κανείς ως τώρα δεν τόλμησε να πατήσει.
Κι αν η αντάρα σου φοβάται τη σκιά
του δειλινού
ίσως αυτά τα λόγια αποκοιμίσουν το λικνισμένο σου κορμί.
Πολλές φορές ο ουρανός γεννά τραγούδια
πότε ελεγείες, πότε σάτιρες
της ζωής που τόσο δίκαια εξόφλησα
σε επιθυμίες και καημούς.
Θυμάμαι ένα, το πιο γλυκό,
μιας πρωτοχρονιάτικης βραδιάς
…καθηλωμένη στη γωνιά του καπηλειού
η άλλοτε αγνή, μα πάντα ταξιδεύτρα της ψυχή
γνωρίζει τα τραγούδια που στο Βατούμ
οι όμορφες κοπέλες τραγουδούν
όταν υφαίνουν σινδόνη νυφικιά
για τονειρο, την πρώτη τη νυχτιά.
Σαν όνειρο ξεκίνησε, μες των εφηβικών της χρόνων τακρογιάλι
ζητώντας να βρει που μπορούν
τα κόκκινα γεράνια να ανθούν
κορίτσι δα, που τόση πουθενά δεν είχε ομορφιά
για εκεί που η ταξιδεύτρα της ψυχή θέλησε να πα.
Μα τουρανού το φέγγος σα θωρεί το ίσκιωμα της γης,
σκεπάζει των ονείρων της τα κίτρινα γεράνια
και τώρα πια τα όμορφια τραγούδια του Βατούμ πουλά
και ζει, ναι ζει, μες τη φρικτή του καπηλειού γωνιά.
Κι όταν στο παραθύρι της χτυπήσει φως σελήνης
πάνω στα βρώμικα σεντόνια της δουλειάς
φεγγίζουν τα νυφιάτικα, του ονείρου τα σεντόνια
και τότε αυτή χαμογελά, χαμογελά
χαμογελά πικρά
ώσπου να ξημερώσει…
Το όνομα που σου είπα – Χανς –
φαντάζει τότε σαν ουράνια διαφυγή
που ανοίγει δυο καμένα φτερά
για τ’ ανομολόγητο και άδηλο•
πετώ όταν κοιτώ το απέραντο και απλανές σου βλέμμα
κι ελπίζω πως θα γράψω τ’ όνομά σου
στον τάφο μου.
Ξέρω πως πρέπει πρώτα να γράψω αυτό που θα ’θελα να πω
μα στην ουσία
«στους ανθρώπους αρκεί πάντοτε να λες αυτό που θέλουνε
ν’ ακούσουν»
η ΕΛΠΙΔΑ μου το ’μαθε αυτό
αυτή που ξέχασες στο τρίστρατο
που χάραξες
βαπτίζοντάς την «επιλογή»•
δεν αρκεί.
Τραγούδα μου•
κι ίσως βρω αυτό που θα ’θελες να πεις
πριν το ξημέρωμα σου ανοίξει διαφυγή.
Ποτέ, ποτέ δε μ’ έπεισαν
αυτά που κουβαλούσα σα φορτίο φόρου ζωής•
ποτέ, ποτέ δεν άγγιξα
αυτά που κουβαλούσα σαν όνειρο φόρου ζωής•
η ζωή κυλά – λες –
μα τ’ όνομα πάντα στέκει, στέκει
σα βραχνάς, σαν πουλί λαβωμένο
προ του αποσπάσματος.
Ξεκινώ μιαν αρχή, μια νέα αρχή
τραγούδα μου
κι ας φοβάμαι.
Ρωτάς.
Και στέκω
προ του αποσπάσματος.
Αυτός…
Πέντε χειμώνες πέρασαν
πλάι στης Σαχάρας τα απύθμενα ακρογιάλια
νυχτολαμνοκοπούσα.
Χιόνια κι ανεμοστρόβιλοι
ίσως και κάποια περασμένα αγκάθια
στεφάνια καρφωθήκανε στη φούστα
που τόσο στοργικά υφαινόταν
από τις Πηνελόπες, τις Ελένες
γοητευτικές, μαυριδερές υπάρξεις.
Μια Παναγιά, και το ψωμί της πικρό
κι ύστερα το νυχτοβάρδι μας
ελεεινό κι ανήλεο
καρφώθηκε στης χίμαιρας τα μαύρα.
Και τότε εκεί, και τώρα εκεί
οάσεις μαδημένες, ξερά βλαστάρια θα συναντώ
στους πάγους αναζήτηση
ξύνοντας των ελπίδων της
βέβηλος – τα βέβηλα παγκάρια.
Πέντε(;) χειμώνες…
Κούφια λόγια. Η νέα σου ζωή δε μιλά.
Αν πράγματι ήθελες να σώσεις
αυτό που χρόνια τώρα παραδόθηκε
σε λόγια και σε έργα ξεχασμένα
θα έφευγες.
«Δος μου σημείο να σταθώ και θα κινήσω όλη τη γη»
μην το ξεχνάς
αν δε θες να χλευαστείς
σαν τον τρελό, τον κωμικό του Σέξπιρ.
Θυμάσαι;
«Ζωή είναι φευγαλέα σκιά,
φτωχός θεατρίνος,
που με στόμφο τρώει την ώρα του
πα στη σκηνή
και πια δεν ξανακούγεται»
Γελάς.
«Μα τ’ ουρανού το φέγγος σα θωρεί το ίσκιωμα της γης»
κάποτε τραγουδούσες
και γελούσες σχεδόν σαρκαστικά.
Φύγε…
Απρίλης, 2004.
(δημοσιευμένο στο περ. Νέα Πορεία,
τχ. 602604, Απρίλης Σεπτέμβρης 2005)
|