|
Daphis ego in silvis,
hinc usque ad sidera notus…
Ήταν ωστόσο ευχάριστος ο περίπατος
πλάι στα σκορπισμένα μέλη
στόχων που άθελα σβηστήκαν.
Με μουσική συνοδεία κάπως διακριτική
η πορεία δεν μπορούσε παρά
να κομπιάσει.
Σχεδόν ανεπαίσθητα
το τραγούδι του δρόμου που λέγαμε
βούλιαξε, ψίθυρος – ρομαντικό στ’ αλήθεια
κι ευχάριστο στοιχείο – κι όσο
κυλούσαν τα λεπτά
προς το τέλος προς πορείας
ψίθυρος – βρυχηθμός
ψίθυρος – ουρανός
πνίγοντας άρθρα
και οι λέξεις
βρόγχος στυγνός
με όπλα μες τα σύννεφα
κι έπειτα μ’ αίμα και σπέρμα νεκρό
με χώμα βρώμικο, λάσπη, λάσπη
σε κορμιά και καρδιές
κι ύστερα φόβος και σιωπή.
Ο δρόμος μακραίνει συνεχώς
κι η πορεία προς τον ουρανό
αμάξι με φλογισμένες ρόδες
ένα αμάξι, προς τον ουρανό
στολισμένο στα κόκκινα
και ντυμένο στα μαύρα
κι ύστερα φόβος χωρίς σιωπή
ενοχικά κυοφορεί
θαμμένα κορμιά
ανεύθυνα.
Ένα αμάξι, θλιμμένο και βλοσυρό
γίνηκε τώρα η βαριά ψυχή μου.
Μπροστά προς τραγούδησα
λόγια προς φορές περιττά
φόρεσα ρούχα κωμικά
καπέλα από χαρτόνι, κορδέλες πολύχρωμες,
τσαλακωμένα, κοντά παντελόνια
και ξυλοπάπουτσα τρύπια
δίχως κορδόνια και σόλες,
έκαμα τούμπες και πιρουέτες
μιμήθηκα φωνές οργισμένων νεκρών
σκόπευσα τα καρφιά προς τα πόδια και τα χέρια
που δόθηκαν ματωμένα
σε ερωτικές οπτασίες.
Ήταν ωστόσο ευχάριστος ο περίπατος
που κάμαμε μεταξύ ουρανού και φωτιά
μεταξύ μνήμης και τέλους.
Όλοι θα τον θυμούνται.
Χαμογελώντας νοσταλγικά
θα τρέξουν να ιδούν προς πτυχές του
κι ένα κορίτσι
με μάτια στραμμένα
σε πύργους που παραδέρνουν
μες σε χλωμό παράδεισο
θα ζωγραφίζει στον αέρα
με το μικρό του δάχτυλο
προς κύκλους και προς γραμμές των βημάτων προς.
Εμείς, ανήμποροι, οπλίζουμε το χέρι
και στιγμικά θα σβήσουμε
τα καφετιά μαλλιά
τα μελισσένια μάτια
τα ροδαλά τα μάγουλα
τροφή κραυγών και συνθημάτων.
Θυμάστε τον Μπαλζάκ;
Τον Ε. Α. Πόε και προς δικούς
φωτοστεφανωμένους ήρωες
Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό,
Καβάφη και Σαχτούρη;
Μαζί μου, στο αμάξι – Θεό
ταξιδεύουν κρυφά
στα κόκκινα και θλιμμένα σύννεφα
προς τον ουρανό.
Ιούνης 2006
|