|
Η συζήτηση γύρω από την αναγνώριση των ορίων που υπάρχουν μεταξύ
ιστορίας και φιλολογίας, τόσο σε επίπεδο επιστημονολογικό και
μεθοδολογικό, όσο και οντολογικό, ενέχει τον κίνδυνο της ισοπεδωτικής
παραγνώρισης ειδοποιών διαφορών που ενδεχομένως υπάρχουν μεταξύ τους,
πάνω στον άξονα της απορρόφησης του ενός επιστημονικού αντικειμένου από
το άλλο. Αν και στην πραγματικότητα θα ήταν ορθότερο να μιλούμε για
ιστοριογραφία και γραμματολογία αντίστοιχα, και μάλιστα με δεδομένη την
αυτόνομη πορεία της γλωσσολογίας ως κληροδότημα της προβληματικής του
20ου αιώνα, ωστόσο η παγίωση των όρων, παρά τα προβλήματα που προκαλεί
η πολυσημία τους, είναι υπαρκτή και – στο βαθμό που αναγνωρίζεται με
όρους ιστορικής συνέχειας – αποδεκτή.
Ωστόσο, η προβληματική αυτή θα έπρεπε ίσως να ξεκινά από πιο
θεμελιώδη ζητήματα, όπως για παράδειγμα εάν η ιστορία και η φιλολογία
μπορούν να υφίστανται πλέον ως ανεξάρτητες επιστήμες με συγκεκριμένους
κανόνες, με διαδικασίες επαλήθευσης και με «πειραματισμό», ή ακόμη
τολμηρότερα, εάν είχαν ποτέ στην ιστορία τους αυτόν το χαρακτήρα. Κι
ακόμη παραπέρα, σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν να συνυπάρξουν μέσα από
διεπιστημονικές αναζητήσεις με άλλες «ανθρωπιστικές» επιστήμες,
διατηρώντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, ιδίως σε μία εποχή
ρευστότητας, όπου η μονομέρεια της εξειδίκευσης συνιστά ένα ιδιότυπο
δίδυμο με την αοριστία της πληροφόρησης. Όσο και αν τα ερωτήματα αυτά
μοιάζουν με επιστημονολογικές παγίδες, δεν παύουν να πρωταγωνιστούν
στην αναγνωριστική διαδικασία οποιασδήποτε οντότητας – εφόσον βέβαια
δεχτούμε ότι αυτή υφίσταται ως οντότητα.
Αφήνοντας, όμως, τα θέματα αυτά για τους φιλοσόφους της επιστήμης,
αυτό που σίγουρα οφείλουμε να διερευνήσουμε είναι η μεθοδολογία των δύο
επιστημών, ώστε να εξάγουμε τις ομοιότητες ή τις αποκλίσεις τους,
τουλάχιστον στο επίπεδο της εφαρμογής. Η διαδικασία αυτή μπορεί
ενδεχομένως να φωτίσει και την οντολογική τους υπόσταση και να
νομιμοποιήσει, ή και να καταδικάσει, την αυτονομία τους.
Ξεκινώντας από τους Αλεξανδρινούς φιλολόγους, διαπιστώνουμε πως στη
βάση της Φιλολογίας βρίσκεται η αντιγραφή των κειμένων (αυτό δηλαδή που
σήμερα ονομάζουμε εκδοτική), η οποία προϋποθέτει την ταξινόμηση και τη
διαίρεση σε κεφάλαια (αυτό δηλαδή που σήμερα ονομάζουμε φιλολογική
επιμέλεια), ώστε τα κείμενα να καθίστανται όσο το δυνατόν πιο
αναγνώσιμα. Σε δεύτερο επίπεδο βρίσκεται ο υπομνηματισμός και ο
σχολιασμός, που στηρίζεται στη διακειμενική χρήση «πηγών», καθώς και η
εισαγωγική παράθεση πληροφοριών, βιοεργογραφίας κ.ο.κ., που αποτελεί
και τη μόνη πράξη κειμενικής αυτενέργειας του φιλολόγου. Λίγο αργότερα,
από τα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κυρίως και εξής, ο φιλόλογος
γίνεται και δάσκαλος, γίνεται Γραμματικός, κι έτσι η Φιλολογία αποκτά
και έναν παιδευτικό χαρακτήρα και προσανατολισμό. Ο δισυπόστατος αυτός
χαρακτήρας συνεχίζεται κατά το Μεσαίωνα στα πρόσωπα των αντιγραφέων
μοναχών από τη μια και των Γραμματικών από την άλλη. Με την εμφάνιση
του πανεπιστημιακού θεσμού στα χρόνια της πρώιμης Αναγέννησης, η
Φιλολογία ανάγεται μέσα από παρόμοια ερευνητικά ενδιαφέροντα σε υπάτη
επιστήμη, καθώς αποτελεί τη βασιλική οδό για τη μελέτη της κλασικής
αρχαιότητας. Ταυτόχρονα, η ανακάλυψη της τυπογραφίας προσδίδει
μεγαλύτερο κύρος στην «αποκατάσταση» των κειμένων και η Φιλολογία
γίνεται ο επιστημονικός εγγυητής της πιστότητας και της ακρίβειας. Σε
όλη αυτή την πορεία, το αντικείμενο της Φιλολογίας δεν είναι μόνο τα
λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και τα κείμενα που σήμερα θα λέγαμε ότι
ανήκουν στην ιστοριογραφία, τη θεολογία ή και τη νομική.
Τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν στην εποχή του Διαφωτισμού, τότε
δηλαδή που οι φυσικές επιστήμες αρχίζουν να διεκδικούν την αυτονομία
τους σε σχέση με τη φιλοσοφία. Το πείραμα και η παρατήρηση έρχονται να
εξοβελίσουν το θεωρητικό στοχασμό και να προσδώσουν στην επιστήμη το
χαρακτήρα της αντικειμενικής παρατήρησης και της ψυχρής και ρεαλιστικής
προσέγγισης της αλήθειας. Παράλληλα, χάρη στην εκτεταμένη πλέον χρήση
της τυπογραφίας, η βιβλιοπαραγωγή θα γίνει ανεξέλεγκτη, το αναγνωστικό
κοινό, που αποτελείται κυρίως από ανερχόμενους αστούς που ζητούν
ελεύθερη ψυχαγωγία και στο βιβλίο, θα αναζητήσει τη σύγχρονη
λογοτεχνική παραγωγή. Τα κλασικά κείμενα θα αρχίσουν να περιορίζονται
στις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες, η μελέτη τους θα αποτελεί ερευνητικό
αντικείμενο κάποιας συγκεκριμένης πνευματικής «ελίτ», και η φιλολογική
αυθεντία θα παραχωρήσει τη θέση της στον έμποροτυπογράφο ή στον
έμποροεκδότη. Από τον 19ο αιώνα η Φιλολογία θα περιοριστεί είτε στον
παιδευτικό της χαρακτήρα, είτε στον ερευνητικό προσανατολισμό των
πανεπιστημιακών κύκλων. Ο προσανατολισμός αυτός, μετά τον ιστορικισμό
του 19ου αιώνα, θα αρχίσει να παίρνει τα χαρακτηριστικά της
Ερμηνευτικής, περιοριζόμενος όμως πια στα λογοτεχνικά κείμενα.
Ιδιαίτερα από τη στιγμή που θα εισαχθεί η «λογοτεχνικότητα» ως αίτημα
από το ρώσικο φορμαλισμό, η Φιλολογία θα περιοριστεί στα λογοτεχνικά
και μόνο κείμενα, παραχωρώντας τα υπόλοιπα κειμενικά είδη στις
αντίστοιχες επιστήμες, που ήδη έχουν αρχίσει να επιζητούν την
ανεξαρτησία τους. Με το πέρασμα στη Νέα Κριτική κι έπειτα στο δομισμό,
η Φιλολογία θα πάρει το χαρακτήρα μίας θεωρητικής επιστήμης που αναζητά
την εφαρμογή πάνω στα λογοτεχνικά κείμενα, ενώ με την εισαγωγή του
αναγνώστη ως κριτηρίου ερμηνευτικής προσέγγισης του λογοτεχνικού
κειμένου από τη «Σχολή της Κωνστάντιας», η Φιλολογία αρχίζει να
προσχωρεί στο χώρο της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και των Πολιτισμικών
Σπουδών. Το στοιχείο αυτό υποχρεώνει τη σύγχρονη Φιλολογία να
παρακολουθεί τα πορίσματα και να υιοθετεί τις μεθόδους των
ανθρωπολογικών και κοινωνιολογικών επιστημών, διατηρώντας παράλληλα τις
ιδιαίτερες λειτουργίες της παραδοσιακής Φιλολογίας, ώστε τελικά να
μιλούμε για μία ευρύτερη Γραμματολογική Θεωρία.
Η πορεία της Ιστορίας δεν είναι αντίστοιχη? παρότι ήδη από το
Θουκυδίδη η Ιστορία προσπάθησε να απεμπολήσει την υποκειμενικότητα της
λογογραφίας και του απομνημονεύματος με την αυτοψία και την
παρακολούθηση «αντικειμενικών» πηγών, ωστόσο παρά μόνο στον 19ο αιώνα
θα τεθεί επιτακτικά το ζήτημα της «επαγγελματοποίησης» του
ιστοριογράφου και της «αντικειμενικής» καταγραφής των γεγονότων, κάτω
από την επίδραση του θετικισμού. Μέχρι τότε, ο ιστοριογράφος θα
καταγράφει είτε τα σύγχρονά με αυτόν γεγονότα, είτε τα γεγονότα
«ολόκληρης» της ανθρώπινης ιστορίας, διαμεσολαβημένα μέσα από μία μακρά
παράδοση χρονογραφίας, προβάλλοντας τη «δική του» αλήθεια. Από τον 19ο
αιώνα και εξής θα προσπαθήσει να προβάλει με αντικειμενικούς όρους τα
γεγονότα, κατά βάση του παρελθόντος, όπως προκύπτουν από τις «πηγές»
όλων των ειδών (κείμενα νομικά, ιστορικά, δημόσια έγγραφα κ.τ.λ.), αλλά
και να προβεί σε μία ερμηνευτική των γεγονότων, πάντα με όρους
αποστασιοποιημένης αντικειμενικότητας. Το αποκορύφωμα αυτής της
προσπάθειας είναι η ιστορία που βασίζεται σε ποσοτικά δεδομένα και
στατιστικά στοιχεία, η οποία φτάνει στο αποκορύφωμά της στα μέσα του
20ου αιώνα.
Ωστόσο, και αυτού του είδους η Ιστορία δεν κατόρθωσε να αποβάλει το
βασικό χαρακτηριστικό των κειμένων που δεν βασίζονται σε κάποια
μεταγλώσσα, δεν κατόρθωσε δηλαδή να αποβάλει την αφηγηματικότητα. Τα
κείμενα της Ιστορίας είναι κείμενα αφηγηματικά, γεγονός που οδήγησε
πολλούς θεωρητικούς στην ταύτισή τους με τα μυθοπλαστικά λογοτεχνικά
κείμενα, κι έπειτα κάποιους στην ακραία άποψη ότι τελικά Ιστορία, και
μάλιστα αντικειμενική, δεν μπορεί να υπάρχει, δεδομένου ότι πάντα ο
λόγος των ιστορικών κειμένων διαμεσολαβείται από την υποκειμενικότητα
του αφηγητή – ιστοριογράφου. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο αφηγητής των
ιστορικών κειμένων δεν είναι μυθοπλαστικός, δηλαδή φανταστικός, αλλά
πραγματικός, και μάλιστα ταυτίζεται με το συγγραφέα, κάθε άλλο παρά
προστατεύει την ιστορική αντικειμενικότητα, αφού εισάγει τελικά την
έλλογη υποκειμενικότητα.
Παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ δύσκολο να δεχτούμε ότι τελικά ιστορική
αντικειμενικότητα δεν μπορεί να υπάρξει, κυρίως για λόγους οντολογίας
του ίδιου του ανθρώπου. Αν δεχτούμε ότι η πρόσληψη του κειμένου σε
συνδυασμό με την αναγνωστική ανταπόκριση προϋποθέτουν την κάλυψη των
κενών και των χασμάτων, που υπάρχουν πάντα σε κάθε κείμενο, από την
μεριά του αναγνώστη, καθώς και το ότι η διακειμενική σύνδεση πρωτογενών
ή και διαμεσολαβημένων ιστορικών κειμένων μπορεί να συνδράμει σε αυτό,
τότε ενδέχεται η υποκειμενικότητα του αναγνώστη, ή και ακόμη του
ιστοριογράφου, αφού και αυτός λειτουργεί ως αναγνώστης κατά την επιλογή
και την επεξεργασία των πηγών, να μειωθεί στο ελάχιστο. Η αναζήτηση,
όμως, πλήρους αντικειμενικότητας ανάγεται στη σφαίρα της υπαρξιακής
φιλοσοφίας, και στο σημείο αυτό μάλλον δεν μπορεί να μας απασχολήσει
περισσότερο.
Η Ιστορία, επομένως, ενώ κατόρθωσε τελικά να διαφύγει από την
κηδεμονία της Φιλολογίας και να αναγνωριστεί ως αυτόνομος επιστημονικός
λόγος, επί της ουσίας δεν μπόρεσε να ανεξαρτητοποιηθεί από τη σύμβαση
του αφηγηματικού λόγου, και άρα από την υποκειμενικότητα που ενυπάρχει
στη μυθοπλασία και γενικώς στη λογοτεχνία. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να
έχει οδηγηθεί και σε ακρότητες, ωστόσο δεν παύει να λειτουργεί ως ένα
σημείο και ευεργετικά για το λόγο της Ιστορίας, αφού εξασφαλίζει αν μη
τι άλλο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, τουλάχιστον όπως νομίζουμε ότι το
γνωρίζουμε σήμερα.
|