Περί Διαδρομών

diaΟ σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους, λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές του καιρού μας...Περισσότερα

Περί Στόχων

  Δεν σκοπεύουμε να γίνουμε άλλος ένας πολιτιστικός σύλλογος, αλλά ένας άλλος πολιτιστικός σύλλογος. Θέλουμε να διερευνήσουμε τις δυνατότητες που δίνουν οι νέες τεχνολογίες στις πολιτιστικές δράσεις. Να βρούμε πώς μπορούν να ενταχθούν και να λειτουργήσουν, τόσο στον τρόπο δράσης, όσο και στην εσωτερική οργάνωση και συμμετοχή των μελών..Περισσότερα

Τα σαράντα κύματα - Διήγημα
Το απόγευμα του Αυγούστου, που έφτανε κι αυτός στο τέλος του, ήταν υπέροχο δίπλα στην ακροθαλασσιά. Κάτι με τα χρώματα του δειλινού, λίγο η ησυχία -γιατί ο κόσμος ήταν ακόμη υπό την επήρεια της καλοκαιρινής ραστώνης, αλλά και με τη συμβολή του μαγευτικού, βαθύ μπλε θάλασσας κι ουρανού, εγώ την είχα καταβρεί!
 Άλλωστε, μια 15χρονη νεαρή (εγώ δηλαδή), η οποία ήδη έμπαινε στη γοητεία της αμφισβήτησης, της αντίδρασης και συνάμα της ονειροπόλησης -πες λόγω εφηβείας ή φύσει αντιδραστικού χαρακτήρα, θέλει και πολύ για να κάνει τούτη την ποιητική. υπέρβαση;
 Α, ναι. Μελετούσα επίσης με άφατη περίσκεψη και τους κύκλους ή τα φτερουγίσματα των γλάρων -γι' αυτό ήθελα την απόλυτη ησυχία μου. «Μην του μιλάτε του παιδιού», ένα πράγμα.
 Αλλά, η Αμαλία στο πλάι μου, δημιουργούσε διαρκώς παρεμβολές με την ασταμάτητη φλυαρία της, που ήταν σε έξαρση α υ τ ή  την ώρα.
 
 -Κοίτα, κοίτα, Κατερίνα! Κοίτα αυτούς τους δυο απέναντι, θα κολλήσουν μεταξύ τους, καλέ. Τόση ώρα. Ντροπή, τς, τς, τς.
 
 -Βρε Αμαλία, βρε καλή μου, άστους αυτούς επιτέλους. Ας κάνουν ό, τι θέλουν, δημοκρατία έχουμε. Να, κοίτα πόσο όμορφη είναι η θάλασσα, ο ουρανός. Τίποτα, άκαρπη κάθε προσπάθεια να θέσω αντιπερισπασμούς
 
Η Κατερίνα τύχαινε να είμαι εγώ, και η Αμαλία ήταν η κατά 18 Μαϊων μεγαλύτερή μου σε ηλικία ξαδέρφη μου -που ήταν η λατρεμένη (ανύπαντρη ακόμα) ανιψιά του μπαμπά μου. Όσο για την αιτία της φλυαρίας της; ένα ζευγαράκι 15χρονων πάνω κάτω νεαρών παιδιών που ζούσαν αμέριμνα τον έρωτά τους.
 Η Αμαλίτσα μας, πατούσε πλέον γερά τα 35 της, έμενε στην Ξάνθη με τους δικούς της -όπως συνήθιζε να λέει η ίδια (τους γονείς και τον μικρότερο αδερφό της, θα έλεγα επεξηγηματικά εγώ), και την είχαμε τακτικό θαμώνα / επισκέπτη στο σπίτι μας. Βλέπετε, όλο το συγγενικό της περιβάλλον τη βοηθούσε και τη στήριζε ώστε να βρει γαμπρό.
 Μαζί με όλο το συγγενολόι, μέσα κι εγώ. Μπορούσα να κάνω κι αλλιώς; Άσε που από τότε είχα την τάση να συμπάσχω με τον διπλανό μου. έτσι, είχα καταλήξει να είμαι η μυστικοσύμβουλος της Αμαλίας.
 Είχα όλη την καλή διάθεση, και ας περνούσα κι εγώ τη φάση μου (η εφηβεία γύρω στα τέλη του '70, δεν ήταν εύκολη υπόθεση). Αλλά, εκείνο το απόβραδο,  η ξαδερφούλα μού έκανε τα νεύρα κρόσσια. Το πανέμορφο αυγουστιάτικο δειλινό μου, μαζί με όλους τους αφηρημένους, σύνθετους ή συγκεκριμένους συλλογισμούς που ήθελα να αναπτύξω στο μυαλό και στο σημειωματάριό μου, πήγαν στράφι.
 Η Αμαλία είχε κόλλημα με τους έρωτες, τα ειδύλλια, τα ζευγάρια όλων των ηλικιών. Το είχε απωθημένο κι εκτεθειμένο συνάμα. Καλή καρδιά, δε λέω, γεμάτη συμπόνια, καλοσυνάτη. Μόνο που η αφέλειά της, από ένα σημείο και μετά, γινόταν φορτική περιέργεια, θρησκοληψία, πονηριά!
 Καλά, είχε και τον καημό της. Νέα γυναίκα, μόνη, ψάχνει. Γνώριμη κατάσταση, σε όλες τις εποχές, τις κοινωνίες. Και σε μένα, που την ήξερα από πρώτο χέρι.
Άλλο τόσο, όμως, άγνωσται αι βουλαί μιας ανήσυχης έφηβης, μέσα στην οποία σκιρτούσαν τα αντιδραστικά κύτταρα της ηλικίας ή ακόμα και του μετέπειτα  χαρακτήρα της..
 Μέχρι να επιστρέψουμε στο σπίτι τα δυο μας (βλέπε η Αμαλία κι εγώ), η αυτοσυγκράτηση, το ήθος και η κατανόηση που επέδειξα, είναι στοιχεία άξια να τα μνημονεύσουμε. Γιατί ήξερα ότι μόνο μαζί μου χαλάρωνε τόοοοσο η μελαχρινή, μαυρομάτα 35άρα μας. Μπροστά στον θείο Γιάννη ιδίως (τον μπαμπά μου), επικρατούσε σιγή -και ασφάλεια, for me.
 Το όλο θέμα, μαζί με το μαγευτικό δειλινό του Αυγούστου, που είχε φύγει ανεπιστρεπτί από η ζωή μου, ξεχάστηκε κι από μένα (φαινομενικά  τουλάχιστον). Ώσπου ήρθαν οι γιορτές των Χριστουγέννων -το προσφιλές σε όλους (;) δωδεκαήμερο.
 Πολύ δε περισσότερο προσφιλές -το δωδεκαήμερο εννοώ,  στην καλή μας και γι' άλλη μια χρονιά αδέσμευτη Αμαλία. Και εξηγούμαι γιατί επιλέγω τη λέξη «προσφιλές».
 Κάθε χρόνο, το πρωί των Θεοφανείων, ακριβώς τη στιγμή που έληγε ο αγιασμός των υδάτων -η Λίτσα μου (Αμαλίτσα), είχε να δώσει τη δική της προσωπική μάχη και τις τελετές. Έτσι, έπρεπε πάση θυσία την ημέρα εκείνη να βρίσκεται στην πόλη της Καβάλας και κοντά στην ακροθαλασσιά. Εκεί όπου θα μπορούσε να συγκεντρώσει σε ένα μικρό, πεντακάθαρο μπουκαλάκι, νερό από σαράντα κύματα!
 Ήταν για εκείνη κάτι σαν τάμα, μια ιερή έξωθεν βοήθεια για να πάει η τύχη της τον καλό δρόμο και να προφυλαχτεί από τη γλωσσοφαγιά. Κι ας μη σταματούσε η ίδια τη δική της φλυαρία -η οποία φλυαρία κάποιες στιγμές σε δάγκωνε.
 Το ίδιο τελετουργικό ακολούθησε ξανά. Νηστικιά από την προηγούμενη, με μπότες και παλτό έφυγε πρωί πρωί. Την είδα, λοιπόν, να έρχεται κατά το μεσημέρι γεμάτη χαρά, μούσκεμα και ξεκαρδισμένη από τα γέλια να κουνάει το αρμυρό απόσταγμά της -ενώ μου έλεγε φωνάζοντας δυνατά:
 
 -Κατερίνα. Κατερίνα, φέτος η θάλασσα δεν είχε μεγάλα κύματα. Κι επειδή ήταν όλα πολύ μικρά, εγώ καλού κακού, μάζεψα 55 !!!  Να είμαι σίγουρη ότι θα πιάνουν τόπο όπου τα ρίχνω.
 
 -Αμαλία, τι έκανες;;; Πάει, χάλασες τη συνταγή. Μικρά ξεμικρά, σαράντα κύματα ακριβώς έπρεπε να βάλεις!
 
Ήμουν απαίσια, αλλά το δειλινό του καλοκαιριού μου ενέπνευσε τούτη την καταστροφική ατάκα μου προς την πανικόβλητη πια Αμαλία. Ο καθένας με το δικό του πιστεύω,  όπως λέει και ο Νίκος Καββαδίας.

 
«Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούνε,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι».  

 

 

Προσθήκη σχόλιου


Λέσχη Αναγνωστών

 

Το blog του συλλόγου