| Η αντιπαροχή - Διήγημα |
|
Ο Γενάρης του 1977 είχε μπει κάπως ανατρεπτικά. Τώρα, αν το έτος αυτό
αποδεικνυόταν στην πορεία και ‘σωτήριο’ , θα το έδειχνε η Ιστορία.
.Πάντως, για μένα, που λίαν συντόμως έμπαινα στα δεκατέσσερα –βλέπε 7
Φεβρουαρίου- εκείνο που με απασχολούσε το συγκεκριμένο πρωινό ήταν οι
στοχασμοί του Καντ, το μπλε σκούρο παντελόνι μου και ο κύριος Αντώνης
Αναστασιάδης. Οι στοχασμοί του Καντ, ήταν άψογοι, υπέροχοι και
μου άνοιγαν νέους ορίζοντες στη σκέψη μου. Άλλωστε, ο πνευματικός μου
κόσμος είχε τις προϋποθέσεις τα θεμέλια, αφού η παιδική μου ηλικία ήταν
γεμάτη από τη διορατικότητα του Βερν –άσε που συνέβαινε να ανήκουμε και
οι δυο στο ζώδιο του Υδροχόου! Σημείωση: πρώτα είχα εντρυφήσει τα
άπαντα του Βερν και κατόπιν τους αστερισμούς με τους ωροσκόπους. Αυτό
να ληφθεί σοβαρά υπόψη, παρακαλώ.
Το μπλε σκούρο παντελόνι με παίδευε πολύ, γιατί περνούσα τη φάση των γήινων χρωμάτων στο ντύσιμό μου, και δεν μπορούσα να κάνω κανέναν σοβαρό συνδυασμό με τα μπεζ, καφέ ρούχα, αξεσουάρ, κάλτσες, παπούτσια που είχα και προτιμούσα. Οι όποιες ενστάσεις μου στη θεία Αγγέλα, μια που αυτή μου χάρισε το μπλε παντελόνι –σαν δώρο Χριστουγέννων, της προκάλεσαν ξεκαρδιστικά γέλια καθώς και την κάπως αμήχανη διαπίστωση: «Βρε, βρε την Κατερίνα… κοπέλα μας έγινε!» -Δηλαδή, θεία, τι άλλο υπέθετες ότι θα γινόμουν; διερωτήθηκα εγώ, με τριγμούς δοντιών από τα νεύρα μου. Όσο για τον κύριο Αναστασιάδη, άλλο φρούτο κι αυτός. Η πρόσφατη εμφάνισή του τη ζωή και στην καθημερινότητά μας, ήταν ξαφνική αλλά αναμενόμενη. Βλέπετε, τω καιρώ εκείνο η χώρα μας, εκτός από το γεγονός ότι κινούταν στους ρυθμούς της Μεταπολίτευσης, του Μίκη Θεοδωράκη, του πολύ πολύ γοητευτικού τούρκου τραγουδοποιού Ζυλφί Λιβανελί (ένθερμος υποστηρικτής της ελληνοτουρκικής φιλίας), συνάμα βιώναμε το φαινόμενο της Αντιπαροχής σπιτιών, οικοπέδων. Σε ένα στυλ ‘όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω’. Όπως ήδη ανέφερα, το μικρό όνομα του Αναστασιάδη ήταν Αντώνης και, κατά τη μη ταπεινή εφηβική μου γνώμη, ο τύπος του δεν είχε καμιά σχέση με τον κυρ’ Αντώνη του Χατζηδάκειου άσματος, ούτε με τον Αντώνιο στο ποίημα του Καβάφη. Είχε όμως σχέσεις με τις αντιπαροχές και α υ τ ό ς ήταν ο πολλά υποσχόμενος ανερχόμενος εργολάβος που κατάφερε να πείσει τον μπαμπά μου να του δώσει και ψήφο εμπιστοσύνης, αλλά και το παλιό σπίτι στο οποίο μέναμε –προς ανέγερση πρότυπης τετραώροφης εργολαβικής οικοδομής. Για πότε υπογράφηκαν τα σχετικά συμβόλαια σε γραφείο ονομαστού συμβολαιογράφου, για πότε τοποθετήθηκε η ταμπέλα που ανακοίνωνε «πωλούνται διαμερίσματα» σε κεντρική θέση στην πρόσοψη του σπιτιού μας, ενώ εμείς ψάχναμε ακόμη οικία να νοικιάσουμε για να στεγαστούμε την κεφαλή μας, παραμένουν όλα μέχρι στιγμής απορίας άξιον. Ο μπαμπάς έκαψε με πόνο ψυχής τα ξύλινα καλαπόδια, που φύλαγε με δέος από το ’50. Τότε έληξε η καριέρα του ως βοηθός τσαγκάρη, αλλά άντε να πετάξεις στα σκουπίδια με ευκολία τα κειμήλια τα οποία σου χάρισε το αγαπημένο σου αφεντικό μαζί με την ευχή του… Η μετακόμισή μας πραγματοποιήθηκε σε φανερά φορτισμένη συναισθηματικά ατμόσφαιρα, τόσο από εμάς την οικογένεια, όσο κι από τους συγγενείς ή τους κοντινούς μας γείτονες πριν από λίγες μόλις μέρες. Στη συνέχεια, οι γονείς μου έκαναν μια τελευταία γενική καθαριότητα στο υπό κατεδάφιση πλέον και μισογκρεμισμένο σπιτάκι μας. Αλλιώς, ο μπαμπάς δεν ησύχαζε. -Πάει το σπιτάκι μας, μοιρολογούσε σιγανά η ξαδέρφη μου, η γνωστή και πάντα παρούσα ανάμεσά μας ξανθιώτισσα Αμαλία. -Τη λεμονιά, να μην αφήσουμε εδώ τη λεμονιά… επαναλάμβανε η μαμά μου, η κυρία Δάφνη, ενώ προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα με στοίβες από σεντόνια, ρούχα και κατσαρολικά. Και με το δίκιο της, αφού αυτό το μικρό φυτό, δέντρο πια ήταν το κόσμημα της αυλής μας. Ιδίως το καλοκαίρι που άνθιζε και μοσχοβολούσαν μέχρι και τα φύλλα του. -Τι θα γίνουμε, Κατερίνα; Πώς θα ζήσουμε χώρια, μακριά; με ρωτούσε κλαίγοντας γοερά η κυρά Άσπα, μια καλή γειτόνισσα, η οποία έχτιζε ιδιόκτητη σπιταρόνα στη συνοικία του Αη Γιάννη. Και σε όλα τούτα τα συνταρακτικά συμβάντα, τον καταλυτικό πάντα ρόλο έπαιζε ο 35χρονος ,γοητευτικός, ανύπαντρος κύριος Αντώνης –ο εργολάβος. «Το παιδί», όπως τον αποκαλούσαν οι περισσότεροι, μαζί μ’ αυτούς και ο δικός μας πάτερ φαμίλιας, στάζοντας όλοι τους μέλι. Το πρωινό του Γενάρη, όπου τελικά αποφάσισα να μη φορέσω (ποτέ) το μπλε δωράκι της θείας, επικρατούσε μεγάλη αναταραχή παντού και θα σηματοδοτούσε την αρχή μιας σειράς εξελίξεων –παύλα- αποκαλύψεων. Οι γονείς μου κι εγώ, ετοιμαζόμασταν να παρευρεθούμε στην επίσημη θεμελίωση της νέας οικοδομής. Όχι, αρχαία ευρήματα δεν ανακαλύφθηκαν, προς απογοήτευσή μου –ώστε να κριθεί ο χώρος διατηρητέος και να αναγκαστούμε ν’ αλλάξουμε τόπο διαμονής εμείς. Ούτε καν πετρέλαιο. Φαντάζεστε τι συναρπαστική περιπέτεια θα ήταν για μένα; Θα κάναμε γνωστή και την Καβάλα! Όταν φτάσαμε στη γειτονιά μας, είδα ένα πλήθος κόσμου να είναι συγκεντρωμένο, γύρω από ένα καλά σκαμμένο χωράφι. Τουλάχιστον σ’ εμένα έτσι φάνηκε το οικόπεδό μας στο λαμπερό φως του ήλιου, που έδειχνε τα δόντια του από το κρύο. Ο παπάς, ο οποίος τέλεσε τον αγιασμό, ανήκε σε άλλη ενορία (ο δικός μας παπα Θανάσης, έλλειπε σε ταξίδι). Κατά τα λοιπά. Στο ανατολικό δεξί θεμέλιο, οι εργάτες έθαψαν ένα μικρό μπουκάλι με αγιασμό και μια πέτρα όπου πάνω της χάραξαν αυτοστιγμεί το σχήμα του σταυρού. Τα κεράσματα, κουραμπιέδες, κουλουράκια, μαζί με αχνιστό ελληνικό καφέ, έδιναν και έπαιρναν. Σφάξιμο πετεινού, ευτυχώς δεν είχαμε.. Ο άνεμος της χαράς, της αισιοδοξίας, έπνεε από παντού. Ο ξανθομάλλης Αντώνης, το «παιδί» πάντα τυλιγμένος στο ίδιο εκρού αδιάβροχο πανωφόρι του, είχε το γενικό πρόσταγμα. Με τον αέρα του ολίγον τι σκοροφαγωμένου κοσμοπολίτη -μόλις είχε έρθει από τη Γερμανία για να κάνει πραγματικότητα το ελληνικό του όνειρο και να αβγατίσει το χρηματικό κεφάλαιο που διέθετε. Γύρω του, εκτός από τους εργάτες οικοδομών, τους χτίστες δηλαδή, συγκέντρωνε μια πλειάδα ώριμων γυναικών –βλέπε το σύνολο των νοικοκυρών, που είχαν σαγηνευτεί από τη γοητεία του Νίκου Κοούρκουλουυ–εεεεε χμ, του Αντώνη ήθελα να πω… Πρώτες και καλύτερες, η θεία Ζωή, μια καλοπαντρεμένη ευκατάστατη 40άρα κι ασυναγώνιστη στον κοινωνικό σχολιασμό όλης της πόλης (κουτσομπολιό), και σιμά της η θεούσα κυρά Άσπα –που αποκαταστάθηκε σε μεγάλη ηλικία. Και όλες, μα όλες, φλέρταραν ανοιχτά τα πράσινα μάτια του καλού κι αδέσμευτου ακόμη «παιδιού». Στη διάρκεια του επόμενου καλοκαιριού,, όσο η τετραώροφη οικοδομή ήταν υπό ανέγερση, σημειώθηκε μια σειρά από κλοπές στη γειτονιά μας. Μικροαντικείμενα, σημαντικά ποσά και μαζί τους τα κωνσταντινάτα φλουριά της κυρά Άσπας, εξαφανίστηκαν με μυστηριώδη τρόπο. Κανείς από τους παθόντες δεν αντέδρασε, ούτε υπήρξαν επίσημες καταγγελίες. Πάντως, στις ανοιχτές καρδιές (και πόρτες) της Άσπας, της Ζωής, θρονιάστηκε η υποψία –η εσωστρέφεια. Από σύμπτωση; Συνέβαλλε το τυχαίο, η αλλαγή της εποχής; Η απάντηση παραμένει αδιευκρίνιστη. Οι άγνωστοι εργάτες, το φαινόμενο της αντιπαροχής και τα μάτια (ή μήπως τα χρηματικά κεφάλαια;) του κάθε Αντώνη – εργολάβου – καλού «παιδιού», σάρωσαν στο πέρασμά τους την αφέλεια, τη γειτονιά, τη φύση, την Ελλάδα της ανθισμένης λεμονιάς Η 14χρονη Κατερίνα, υπήρξε ο αντιρρησίας, η αμφισβήτηση της όλης ιστορίας. Προπάντων, όταν της ζητήθηκε από την Άννα, την ετέρα κολλιτσίδα ξαδέρφη της από την Ελευθερούπολη (Πράβι), να μεσολαβήσει ο μπαμπάς της στον αρχιμάστορα της οικοδομής, για να παντρευτεί τον γιο του η ερωτοχτυπημένη Άννα –εκεί να δείτε αντίρρηση! Αλήθεια, ο Αϊνστάιν με τις μαθηματικές εξισώσεις και ο Φρόιντ σαν πατέρας της ψυχανάλυσης, θα είχαν πολλά να ερευνήσουν ή να μας πουν πάνω σε ότι αφορά τις αέρινες στήλες των αντιπαροχών και η γονική εξ’ αδιαιρέτως παροχή των άρτιων τεκμαρτών οικοπέδων. Στοιχεία που, χωρίς αμφιβολία, επηρέασαν τη μετέπειτα ζωή, καθημερινότητα, συμπεριφορά, αντίληψη του μέσου πολίτη της χώρας μας. Η Μελίνα Μερκούρη δεν είναι που λέει στο «Ποτέ την Κυριακή»: ‘πάρε το χέρι σου, μου περισσεύει’… Ε, ως άλλη Ίλια, αντέδρασε και η έφηβη Κατερίνα μας –πριν αφοσιωθεί εκ νέου κι απερίσπαστη στον Καντ.
|
Ο σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της
Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του
πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να
ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους,
λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές
του καιρού μας...



