| Ποιήματα |
|
ΜΗΝΥΜΑΚρύβω σε άδεια
συρτάρια, το άλλο «εγώ» μου. Αίμα και βροχή ποτίζουν τα γρανάζια ή μια απόπειρα ν’ ανασάνω. Μηχανικά εκκολάπτω τον δήμιο… για να συμβάλλει το έλλειμμά μου λυτρωτικά. Δραματουργός προϋπόθεση το μήνυμα που εκπέμπω. ΕΔΑΦΟΣΤο κύκνειο
τραγούδι σας ήδη έχει σιγάσει… Είμαι πια δίχως αφορμές, πρόχειρες αναμνήσεις –κι αφήνομαι να δεσμευτώ στις άγριες απώλειες. (Ένα οικείο έδαφος, ελκύει τους θανάτους) και με λυτρώνει μυστικά το «Ω γλυκύ μου έαρ». ΑΠΟΒΟΛΗΜη μ’ αγγίζεις…
Είμαι η καιόμενη βάτος της παρακμής σου. Το εξόριστο παιδί που θήλασαν οι εραστές και οι γέροντες. Κλειστές πόρτες στο σύθαμπο, στοιχειώνουν την επερχόμενη λοβοτομή. Αρπακτικό της ερημιάς μου κι αποβολή βαθιάς πληγής. ΜΝΗΜΗΓια μια ξένη γιορτή
ή εκεχειρία, νήστεψα το πρώτο δεκαήμερο του Ιούλη… συλλέγοντας τις απλοϊκές σας εκδοχές –σαν αριθμομνήμων κλεπταποδόχος. Λευκά σεντόνια, κοσμούν περίτεχνα κρυμμένες μνήμες. Και εκβολές. ΣΥΝΟΧΗΠοια φιλόξενη
Ναυσικά θα με υποδεχτεί; Τώρα, που οι γυμνές εποχές αιωρούνται και εκτοξεύουν τη φρίκη, την απειλή ; Νωθρή η μήτρα. Καμιά θαλπωρή για το τάμα μου –για μένα. Μαύροι μανδύες και απορρίμματα, στοιχειώνουν το σκηνικό. Σχεδόν αδέσποτα. Ξανά. ΡΟΕΣΘ’ αφήσω
ανέπαφη τούτη τη ρευστοποίηση. Είναι δική μου πια η όλη ανυδρία. Κι αν το αρχέτυπο, μου ζητάει ένα τεκμήριο –δεν πρόκειται να δεσμευτώ ή να αργήσω. Ας παραμείνω δίχως όνομα. Όπως ο Σίσυφος στα κίτρινα λιοτρόπια. Λευκές αδράνειες και αυτοκαταδίκη; ΕΠΙΛΟΓΗΑς μείνει μόνο
η αίσθηση της βροχής, σε ώρες που ασκητικοί ιερείς –θα καταθέτουν υπέρ των ενστίκτων ή τ’ ουρανού. Μεταλλικές και χημικές παραλλαγές, μετουσιώνουν την ύπαρξή μου… εδώ η αστάθεια δεν έχει παραλλήλους. Αφύλαχτη διάβαση, η κάθε «επιλογή». Πλαισιώνουν οι χλευασμοί, τα στεγνά σου χείλη. ΑΠΕΡΙΤΤΑΑπέριττη θα αφεθώ,
στη γύμνια της ψυχής μου –για να δεχτώ ευλαβικά τον μύθο του Δεσμώτη. Καθώς νεκρώνει ο σπαραγμός στις έξω πολιτείες, απουσιάζουν οι θεοί από τα μυστικά δεσμά σας. Προσάπτω κάποιο γκράφιτι στον οραματισμό μου, που μεταγγίζει ύπουλα επώνυμες διαψεύσεις. ΑΞΙΩΜΑΤόσον καιρό
στο μάτι του κυκλώνα, μ’ έχουν κουράσει οι ήπιοι θάνατοι (μη μου ζητάτε άλλα συνώνυμα) πόση επιείκεια μπορεί να δείξει ο Μονοσάνδαλος; Απομεινάρι η αγχόνη κι ο πανικός… ΣΩΜΑΤώρα,
που η ψυχή παίρνει κάτι από το μέλλον και την αλήθεια των σωμάτων, προσέξτε τις υπεκφυγές μου…. όταν απέχω απ’ το φως. Ιδίως τότε. ΘΡΑΥΣΜΑΠιο πέρα
από την πτώση…. την πίστη, τους εναργείς ορίζοντες –τα όρια του θανάτου. Συνοπτικά, με μια προσέγγιση να τρίζει στα χέρια μου, σαν απορία μικρού παιδιού. (Ονείρων θραύσμα, γλαφυρό ) ΒΑΘΜΙΑΙΑΧαμένη σε
τοπία εσωτερικά – η ψυχή μου συνθλίβεται από ασίγαστη επιθυμία και ανάγκες. Κίτρινη η φλόγα της ένωσης, θέλγει… Απόπειρα ζωής σε αντιθέσεις (ο προαιώνιος φόβος). Σε τοπία εσωτερικά, η ύπαρξη ανασαίνει. ΕΚΛΕΙΨΗΒίαια, ασφυκτικά
μπήγεται μέσα μου η επίφαση. Ρίγος έντιμο, οι εξισώσεις απρόσωπος συντονισμός. Περίβλημα ορατότητας το θραύσμα. Λήγουσα παροχή. Νομή μου. Χάος. Επούλωση –φυγές προσμετρώ από ένταση. Έδαφός και ορατότητα, με ιδρύουν…. Βίαια. Οριστικά. Έκλειψης στοίχιση. ΔΟΤΗΣΓυάλινη
παθητική αφομοίωση. Το τραύμα μου, έμπειρος δότης –μικρό κύμα. Ο Μάρτης… Τόσο νωρίς κι ας άργησε ο δυϊσμός. Εκβολή. Επίκειται κάτι από μένα; Ό, τι προηγήθηκε αφουγκράζομαι. Υπεύθυνη αναλογία οι δασμοί. Χειρόγραφα ψυχής, εκπρόσωπος. Εαυτός. Άρνηση πέμπτη . Τον ερχομό σου διευθετώ με απουσίες. Δομικά. ΣΠΑΣΜΟΣΎστερα,
το σχοινί τεντώθηκε (πριν σπάσει;) κι απόμεινε σαν πρόχειρη καρικατούρα, ένας νεκρός ‘ενδεδειγμένα’ προσιτός και προτεινόμενος «Ίσως - πάντως όχι εγώ...» ξεφώνισα Σχεδόν ακούσια. Ηθελημένα. Βίαια, με διαμπερείς τους σπασμούς όπως σε άηχο εφιάλτη ΑΥΤΟΥΣΙΑΣτην εποχή
των παγετώνων, η φυλακή μου δεν έχει σύνορα. (Θα κληθούν αυτούσιες οι δεσμίδες). Είτε εγώ… Με παροχές Συμπληγάδων. ΘΡΟΜΒΟΣΑπώθηση
και θρόμβος… το τέλος –σαν ήχοι που σβήνουν. Ξέθωρα όλα όσα με κάλεσαν εδώ. Να συστηθώ σαν αίμα, σαν σώμα που μετουσίωσε την απόσταση. Ρακένδυτες εποχές, εμμένουν. Πρακτικά. ΒΩΜΟΣΣε νιώθω,
είσαι το αγρίμι μέσα μου. Ο βωμός –τίνος; Ογκώδης η δίψα κι εγώ απαιτώ μελλοντικά εδάφη ή μία παραβολή, για να μην αφανιστώ. Τυπικά. Αβάσταχτα, σχεδόν ανίερα ΡΟΖ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΆλλοτε,
θα ζητούσα καταφύγιο σε ιλουστρασιόν λαμπερά όνειρα, ελπίδες
επίπλαστες, απώλειες. Έτσι απλά, για να προβάλλω μια αξιόπιστη
δικαιολογία. Γατί η ανάγκη της επιβίωσης, της αποδοχής, η δύναμη που
χαρίζει η αδυναμία της αδράνειας και του εύκολου συμβιβασμού,
λειτουργούν σαν συνειδητή ισοπέδωση πάνω σε όλα τα νεκρά και ζωντανά
μου κύτταρα.
Όχι τώρα όμως. Όχι πια. Κι αν σου αφήνομαι μερικές φορές, το κάνω για να ανασυντάξω δυνάμεις μου. να αντισταθώ. Και, ναι το παραδέχομαι. Κλείνομαι ερμητικά στον εαυτό μου, όπως κάνουν τα στρείδια καθώς επωάζουν ή προσπαθούν να διαφυλάξουν το πολύτιμο απόσταγμα της οδύνης τους. Το ροζ μαργαριτάρι. Βρίσκομαι άραγε ξανά στους σκοτεινούς διαδρόμους της θλίψης ή έχει νυχτώσει ξανά στον Κήπο της βιβλικής Γεσθημανής; Νιώθω να αιωρούμαι, ψηλώνω, το κεφάλι μου αγγίζει την οροφή του δωματίου. Απύθμενα τα νερά. Τα κενά. Αλλά εγώ ξέρω ότι αιωρούμαι δίχως ανωνυμίες. Έστω κι αν δεν σε άκουσα ποτέ να προφέρεις το όνομά μου. Με συνάντησες άραγε κάποτε; Θέλησες, μπόρεσες να με ξεχωρίσεις; Να κρατήσεις μια παρελθούσα αλλά πραγματική εικόνα μου; Ακούσαμε ο ένας τον σφυγμό του άλλου; Ίσως είναι ‘προτιμότερο’ να μείνουν αναπάντητα όλα τούτα τα ερωτηματικά… Τώρα, μαζεύω το έρμα –τα ίχνη που θέλω ν’ αφήσω πίσω μου, ως άλλος τολμηρός, παραμυθένιος Κοντορεβιθούλης. Για να μη χαθώ στα ασυνείδητα δάση του μυαλού, της ψυχής, της ύπαρξής μου. Για να γυρίσω στον ακέραιο πια εαυτό μου. Στην αυτογνωσία. Ενώ το Είναι μου ολόκληρο ψιθυρίζει τους όρκους του «ιδανικού και ανάξιου εραστή». Βλέπεις, ήξερα, το γνώριζα από μνήμες μακρινές, αρχέγονες, μελλοντικές, ότι η απεραντοσύνη των οριζόντων, οφείλει να συνυπάρχει με τον ανυποχώρητο και κλειστοφοβικό αγώνα του ροζ μαργαριταριού. Έτσι απλά. Μέσα από αέναες συγκρούσεις, συγκρούσεις, τριβές. Αρμονικά. Μες’ στην καθήλωση και στα ατέρμονα ταξίδια των ποιητών και του μυαλού μας.Αέναη ζωή Αντίο θλίψηθλίψη καλημέρα
Είσαι γραμμένη στις γραμμές του ταβανιού Είσαι γραμμένη στα μάτια που αγαπώ Δεν είσαι ολωσδιόλου η δυστυχία Γιατί και τα φτωχότερα χείλη σε προδίδουν. Μ’ ένα χαμόγελο Πωλ Ελυάρ. ΔΙΑΦΑΝΗ ΓΝΩΣΗΤο
ήξερε σχεδόν από πάντα, ότι η φύση, η ψυχή, ο άνθρωπος και το
συμπαντικό σκηνικό του, έκρυβαν μέσα τους κάποια αλώβητη πληρότητα και
μια αθωότητα ευρύχωρη, ελεύθερη από στεγνές αντιλήψεις και φευγαλέα
σταθμά.
Αυτή τη θαυμαστή, ουράνια στίξη αναζητούσε μια ζωή –όσο βαθιά κρυμμένη κι αν ήταν μέσα του ή στους περίπλοκους μονόδρομους του έξω κόσμου. Στις ενδόμυχες τούτες περιπλανήσεις, ένα πεφταστέρι ερχόταν να φωτίσει την κυκλική, αλλά και γραμμική γνώση. Ήρθαν βράδια που η θέρμη των ονείρων ξεπερνούσε ‘επικίνδυνα’ την κόκκινη εξίσωση.. Νύχτες καλοκαιριού, γεμάτες βραδυφλεγείς εξισώσεις των αστάθμητων θεών, των προσεχών ερώτων. Πιο πολύ, όμως, αυτό που περίμενε και τον καλούσε ήταν το ατλάζι της ψυχής του. Να αξιωθεί να δώσει τα πάντα, για να μπορέσει έτσι να χαθεί στους ατέρμονους δρόμους τους φωτός. Να επωμιστεί τη διάφανη πυράκτωση των ήλιων και των φεγγαριών, ως ποιητής ή έφηβος ιεροφάντης. Μοσχοβολάει ο άνεμος απόψε γιασεμί, ή ο ιδρώτας του λαμπιρίζει στο φως της σελήνης; Δεν θορυβεί η ψυχή στον διάφανο πυρετό της. Η υπόλοιπη ύλη, από την πλευρά της, παραμένει όπως έχει. «Ειλικρινής».
|
Ο σύλλογος Διαδρομές αποτελεί μια προσπάθεια ορισμένων πολιτών της
Καβάλας, να δημιουργήσουν ένα φορέα διερεύνησης και προβολής του
πολύπλοκου και ταχέως μεταβαλλόμενου σύγχρονου Πολιτισμού. Να
ανακαλύψουν, να αναδείξουν, και να προτείνουν στους συμπολίτες τους,
λιγότερο ή περισσότερο γνωστά έργα, δημιουργούς και πολιτιστικές πτυχές
του καιρού μας...



